Δέκα σίγουρα βήματα για να εμπλακείς με επιτυχία σε αδιέξοδο καβγά.

1. Ξεκίνα ρωτώντας «γιατί». Σε συνδυασμό με το κατάλληλο ανακριτικό ύφος. «Γιατί» οτιδήποτε. Εγγυημένο αποτέλεσμα. Ένα απλό κα κυρίως απροσδιόριστο «γιατί» είναι ικανό να διαλύσει μεμιάς το νευρικό σύστημα, ειδικά όταν δεν υπάρχει συγκεκριμένη απάντηση. Κατά προτίμηση, το «γιατί το έκανες αυτό» περιλαμβάνει σειρά κρυφών ερωτήσεων, από το ποιο είναι το «αυτό» μέχρι το «τι ακριβώς έκανα». Μπλοκάρει ο εγκέφαλος και το πάρτι αρχίζει.

2. Απόφυγε να μιλήσεις για το πως νιώθεις και τα δικά σου συναισθήματα και δήλωσε πόσο σε απογοήτευσε/θύμωσε/πλήγωσε/στεναχώρησε ο άλλος. Πάντα βάζοντας μπροστά και τονίζοντας την αντωνυμία «με». Πίστεψέ το, λέξη- κλειδί.

3. Φόρτωσέ τον με ενοχές και ευθύνες και φρόντισε να επιμένεις σε αυτό ειδικά αν εναντιωθεί θιγμένος ή ακόμη και αμυνόμενος.

4. Φρόντισε να διακόψεις την ενδεχόμενη προσπάθειά του να απολογηθεί/δικαιολογηθεί/έστω εκφραστεί με όποιον τρόπο, βομβαρδίζοντάς τον με οτιδήποτε εκτός θέματος. Συνέχισε ακάθεκτη δίχως να περιμένεις απάντηση. Ύψωσε σταδιακά τον τόνο της φωνής σου και αρνήσου θιγμένη οτι το κάνεις, αν επιχειρήσει να το σχολιάσει.

Αν το πας καλά ως εδώ, σίγουρα θα έχει ήδη δημιουργεί ένα ικανοποιητικά τεταμένο κλίμα.

vbvia

5. Μην αφήσεις περιθώρια να βγει ολοκληρωμένη κουβέντα από το στόμα του και κυρίως φρόντισε να μην υπάρχει ειρμός, λογική ακολουθία και λογική γενικότερα στα όποια λεγόμενα. Κοινώς, φρόντισε η κουβεντα να πάει κατά διαόλου.

6. Κοίτα αλλού όταν του μιλάς, κοίτα αλλού όταν σου μιλάει, μίλα αμέσως μόλις επιχειρήσει να ανοίξει το στόμα του, φώναξε για να καλύψεις τη δική του φωνή και τόνισέ του σε κάθε περίπτωση ότι αυτά που λέει, ότι κι αν λέει, είναι σαφώς αηδίες – τόνισέ το ακόμη περισσότερο στην περίπτωση που όντως είναι.

7. Θύμισέ του ότι δεν έχει τι να πει, ότι στερείται επιχειρημάτων και πως κάθε φορά βλέπεις το ίδιο έργο. Αναρωτήσου μεγαλόφωνα και με υποτιμητικό -τουλάχιστον -ύφος αν και πότε θα ωριμάσει και ζήτα του να σε ενημερώσει αν κάποτε γίνει αυτό. Πες και ότι δε σε νοιάζει ούτως ή άλλως.

8. Βάλε μπροστά από κάθε σου φράση το «εγώ» και πίεσέ τον μέχρι εκεί που δεν πάει να πει επιτέλους σε αυτή τη ζωή τι άλλο θέλει πια από σένα. Ωστόσο, αν επιχειρήσει να εξηγήσει κάτι από όλα αυτά, απλά μη τον αφήσεις – και πάλι – να αρθρώσει λέξη.

9. Σύγκρινέ τον με τους πάντες, οι οποίοι σαφώς και δε θα έκαναν έτσι. Άσε το «έτσι» απροσδιόριστο ακόμη και αν σε ρωτήσει. Σύγκρινέ τον με εσένα που δεν κάνεις ποτέ «έτσι».

10. Κράτα ειρωνικό ύφος ή όποιο άλλο θεωρείς οτι σου ταιριάζει καλύτερα ώστε να εξασφαλίσεις ακόμη περισσότερη ένταση.

tip: Αν τυχόν παρά τις προσπάθειές σου δεις οτι παραμένει ήρεμος ή βγάζει από το μανίκι σωρό επιχειρημάτων που το πιο πιθανό είναι να σε κολλήσουν στον τοίχο, γύρνα επιδεικτικά την πλάτη σου (πρόσεχε, να το κάνεις εγκαίρως), πες οτι δεν είσαι διατεθειμένη να ασχοληθείς περισσότερο και να χαλάσεις (κι άλλο) το στομάχι σου, να χαραμίσεις (κι άλλο) τη μέρα σου και κάνε μεγαλοπρεπή έξοδο από το χώρο. (Μην πας μακριά, ή αν βγεις εκτός σπιτιού πάρε ομπρέλα, λεφτά, χαρτομάντηλα και φόρα και μια ζακέτα) …

Advertisements

Οι μεν και οι δε. Σχέσεις στ(οργής).

Σε κάθε περίπτωση είναι θέμα εγκεφαλικής λειτουργίας λένε οι ειδικοί. Το λέει η Επιστήμη. Λειτουργεί διαφορετικά βρε παιδί μου το σύστημά τους, άλλο τσιπάκι, διαφορετικός προγραμματισμός, άλλο μοντέλο. Προσπαθείς να το κατανοήσεις και να ακολουθήσεις τις οδηγίες από τα σχετικά εγχειρίδια, ωστόσο πολλές φορές ή εσύ δεν ακολουθείς τα σωστά tips ή κάτι τέτοιο σου φαίνεται εξαιρετικά βαρετό. Στρατηγική και μπούρδες. «Δεν αντέχουν – σου λέει – τις ξεκάθαρες καταστάσεις». Είσαι κι εσύ βρε πουλάκι μου, πολύ κατασταλαγμένη, ξέρεις τι θέλεις, μπορείς και να το υποστηρίξεις (όλα ακούγονται ως μειονεκτήματα) και πάει, τρομάζουν οι άμοιροι.

Στην προσπάθεια να το αποφύγεις όλο αυτό, διαλέγεις/επιλέγεις/προτιμάς κατά αρκετά χρόνια μεγαλύτερο. Μια ωριμότητα κομματάκι παραπάνω, λες, θα την έχει. Εμπειρίες, βιώματα και ως εκ τούτου και ανάλογη στάση ζωής. Εκεί στοχεύεις, σε αυτό ποντάρεις. Μετά το πέρας κάποιων ετών, πέρα του οτι εκ των πραγμάτων θα «την κάνει» μια ώρα αρχίτερα για τόπο χλοερό, καταλήγεις και πάλι να νταντεύεις. Μεγάλος άνθρωπος (θα) είναι, έτσι θα τον αφήσεις; Φροντίζεις να το δεις ως και κάτι από μητρική φροντίδα, μητέρα Τερέζα, καλή Σαμαρείτισσα. (Είναι;)

Στην προσπάθεια να το αποφύγεις όλο αυτό, διαλέγεις/επιλέγεις/προτιμάς μικρότερο. Μια ζωντάνια παραπάνω θα την έχει – σύμφωνα με τη λογική (σου). Διάθεση για τη ζωή πέρα του καναπέ ας πούμε. Ή και για τη ζωή πάνω στον «καναπέ» ή όπου αλλού, με αντιλαμβάνεστε, να μην μπω σε λεπτομέρειες πιο juicy. Μετά το πέρας κάποιων ετών, καταλήγεις και πάλι στο ότι παράλληλα και μονίμως νταντεύεις. Και μάνα κι αδελφή κι αγάπη εσύ. Παιδί είναι κατά βάθος, έτσι θα τον αφήσεις; Φροντίζεις να δεις το όλο σκηνικό ως και χαριτωμένο. (Είναι;)

Στην προσπάθεια να το αποφύγεις όλο αυτό, διαλέγεις/επιλέγεις/προτιμάς συνομήλικο ή στο περίπου κάπου εκεί. Κοντά πάντως. Λίγο από όλα τα παραπάνω, ωριμότητα, κέφι για ζωή, ενέργεια επί και πέρα του καναπέ, πάνω κάτω θα την έχει. Καλά είσαι. Εδώ είμαστε, λες. Μπορεί και ναι. Μπορεί και όχι. Βρείτε τα.

hands

Βρείτε τα … εύκολο το’χεις; Στα εύκολα δηλαδή, ναι, το’χεις. Στα δύσκολα;
Από την άλλη ούτε οι μεν, ούτε οι δε μπορούν ο ένας άνευ του άλλου. Λογικό, ποιος μπορεί να μείνει μόνος; Ποιος δε θέλει τις μεγάλες αγκαλιές, τα βλέμματα, τα αγγίγματα, τα γέλια τα κοινά, τις συζητήσεις τις ατέλειωτες για το τίποτα και για τα πάντα; σαφώς και τα θέλεις μεν αυτά, θέλεις όμως και ποιος ξέρει ποια άλλα. Και δε θέλεις συγχρόνως και τίποτα. Εκεί να σε δω. Κι εσένα και μένα και τους μεν και τις δε. Από την άλλη, μήπως αυτά τα δύσκολα είναι πιο εύκολα από όσο θέλεις να νομίζεις; Μπέρδεμα. Διαχείριση κρίσεων το λένε.

Σε κάθε περίπτωση, γεγονός είναι οτι οι μεν λειτουργούν/σκέφτονται/αποφασίζουν διαφορετικά από τις … δε και αυτό και μόνο αρκεί για να περισσεύουν οι πολλές αναλύσεις, οι εξηγήσεις και τα επιχειρήματα. Για τις σχέσεις μιλάω πάντα. Οι μεν κρύβονται πιο εύκολα πίσω από το δαχτυλάκι τους – όχι όλοι και όχι πάντα, να μη τα ισοπεδώνουμε και όλα, αλίμονο – οι δε είναι πιο ξεκάθαρες, πιο αποφασιστικές, πιο ρεαλίστριες, πιο τολμηρές – όχι όλες, όχι πάντα, τα είπαμε αυτά. Λειτουργεί με εξαιρετική επιτυχία και αντιστρόφως. Και προφανώς ουδεμία σχέση έχει η ηλικία. Πρόκειται περι πλάνης. Αν ωστόσο την πάτησες, είτε ανήκεις στους μεν, είτε στους δε, με οποιονδήποτε τρόπο, δεν ευθύνεσαι και εντελώς. Συγχρονισμοί είναι αυτοί, Σύμπαν, Μοίρα, Πεπρωμένο. Μέχρι εκεί σε ανακούφισα, το ξέρω. Η πορεία όμως, δική σου.

Και τελικά αναρωτιέμαι, ποιος από όλους έχει τα κότσια. Όχι για να μαλώσει γιατί του έφαγαν τη θέση πάρκιγκ, τη σειρά στην τράπεζα και το σούπερ μάρκετ ή για τις ξαναζεσταμένες σαρδέλες στην ταβέρνα με τα τσίπουρα αλλά για να λύσει τους κόμπους, να κόψει τους γόρδιους δεσμούς, να πάρει αποφάσεις, να ρισκάρει και λίγο (λιγουλάκι, μη μου πανικοβάλεσαι), να διεκδικήσει τα θέλω του, να αλλάξει πορεία μεν αλλά να μπορεί να υποστεί και τις συνέπειες – μόνο εκτός ζώνης γίνονται οι αλλαγές – αλλιώς δε γίνεται που να χτυπιέσαι. Μεγάλο δέλεαρ το βόλεμα, η βολή να το πω, η συνήθεια να το πω, γιατί αλλιώς «το βόλεμα» ακούγεται λίγο κακόβουλο, λες και γίνεται εσκεμμένα (πες μου εσύ πως όχι). Για τις σχέσεις μιλάω πάντα. Δε γίνεται να θέλει κανείς και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Να θέλει ο ένας τον άλλον, καλύτερο μου ακούγεται. Δεύτερη ζωή, δεν έχει! Θα το θυμάσαι;

Χα! Αναρωτιέμαι τι σκατά είναι εντέλει αυτός ο τσαμπουκάς. Όπως επίσης, τι ακριβώς ορίζουμε ως «μαγκιά» και ποιος την έχει.

Καμιά ιδέα κανείς;

Όλγα

ΥΓ: Για τις σχέσεις μιλάω πάντα …

Έρωτας είναι, (εκ)παιδεύει.

* περίπτωση α’
Λέει: «Δεν έχω και πολύ κέφι απόψε μωρό μου.»

Σκέφτεσαι: … Χμ, δεν έχει και πολύ κέφι… Δηλαδή, έχει λίγο; Και γιατί να μην έχει; Τι σημαίνει αυτό; Τι ακριβώς να εννοεί; Για ποιο πράγμα δεν έχει κέφι; για σένα; για τη σχέση σας; Βαρέθηκε, αυτό είναι και το φέρνει πλαγίως. Κουράστηκε. Του έφυγε βρε παιδί και δεν ξέρει πως να το πει. Δε θέλει καν να το πει. Είναι φανερό ότι κάτι σκέφτεται. Αλλά τι. Αλλιώς γιατί να μην έχει κέφι;

tip: Μήπως απλά δεν έχει κέφι ο άνθρωπος, έτσι, τόσο απλά και ανθρώπινα, όπως το είπε;

* περίπτωση β’
Δε σηκώνει το κινητό τηλέφωνο.
(και σε παραλλαγή, αργεί να σε πάρει τηλέφωνο.)
Σκέφτεσαι: Δεν έχει καν το νου του. Δεν νοιάζεται. Τον πήρες, δεν τον πήρες, το ίδιο του κάνει. Σε πήρε, δε σε πήρε, ομοίως. Περίπου δηλαδή. Μήπως μιλάει με ένα φίλο του – στην καλύτερη περίπτωση – στο σταθερό και αγνοεί την κλήση σου. Πίνει μπύρες. Δεν του λείπεις, αυτό είναι. Ή είναι κάπου και ξέχασε να το πάρει μαζί του ακριβώς γι’ αυτό. Το θέμα του που ακριβώς είναι αυτό το κάπου, είναι ασφαλώς ανεξάντλητο. Ή κάτι κακό μήπως έχει πάθει. Τα σενάρια κάνουν ουρά στο μυαλό σου και σκουντιούνται, ποιο θα κυριαρχήσει.

tip: Το να έχει δουλειά και να μην μπορεί την συγκεκριμένη χρονική στιγμή να το σηκώσει – ή να σε πάρει – όπως επίσης και απλά να μη το άκουσε, ή πάλι να έχει λερωμένα χέρια, σαπουνάδες στο πρόσωπο ή να κουρεύει το γκαζόν σκέψου τα σαν ενδεχόμενα. Παίζουν κι αυτά, ε;

* περίπτωση γ’
Δεν απαντά σε χρόνο ρεκόρ στα sms.
Σκέφτεσαι: Ομοίως με τα παραπάνω. Συν του οτι σαφέστατα δεν ενδιαφέρεται πια όπως πρώτα. Ολοφάνερο! Στο μυαλό σου φυσικά. Το ότι σε διαβεβαιώνει για το αντίθετο, σε ανακουφίζει πρόσκαιρα, όσο το ξανασκέφτεσαι όμως με την «ησυχία» σου – ξέρεις εσύ – τόσο καταλήγεις στο ότι έχει τον τρόπο του να σε τουμπάρει. Είναι που του έχεις και αδυναμία. Έρωτα το λένε αλλά είναι κάπως το ίδιο πράγμα. Μα ασφαλώς και κάτι τρέχει, λες. Τίποτα δε συμβαίνει, λέει. Άσχετα με το αν αδυνατείς να το προσδιορίσεις, εκεί εσύ, αμετακίνητη. Όταν συνέρχεσαι από το παραλήρημα απορείς με τον εαυτό σου, μέχρι νεωτέρας φυσικά. Φυσικά!

tip: Ομοίως με την περίπτωση β’. Extra bonus: φιρί φιρί το πας.

* περίπτωση δ’
Στην τελευταία σας έξοδο σε φίλησε κάτι λιγότερο από 30 φορές.
Σκέφτεσαι: Να’το πάλι. Κάτι συμβαίνει. Τίποτα απολύτως, σε διαβεβαιώνει με τα λόγια αλλά κυρίως με τον τρόπο του. Το πιάνεις όμως εσύ, διότι ναι μεν αλλά σαν να μην είναι η ίδια θέρμη. Όχι οτι μπορείς και να το υποστηρίξεις βέβαια, για επιχειρήματα ούτε λόγος αλλά μια αίσθηση που κατά τα λεγόμενά σου δε σε ξεγελά, όσο να πεις, την έχεις. Κι ας είναι στον αέρα.
Ζητάς ας-πούμε-εξηγήσεις, με τη μορφή παραπόνου μεν, το κάνεις το θεματάκι σου δε. – Επιμένει ότι δεν άλλαξε τίποτα… – Δε δείχνεις να πείθεσαι με τίποτα…  Αναστενάζει. – Επιβεβαιώνεις την ενοχή του… (το ότι έτσι αναζητά λίγο παραπάνω οξυγόνο, σκέψου το κάποια στιγμή όταν και αν τύχει να λειτουργείς εντός λογικής).
Σε κοιτάει κάπως (έτσι λες εσύ). – Το παίρνεις στραβά (φυσικά). -Τα παίρνει στο κρανίο (επιτέλους). – Παίρνεις ένα χαρτομάντηλο. Παίρνει το δρόμο της επιστροφής. – Γίνεστε μπίλιες. Το ραντεβού καταλήγει σε παταγώδη αποτυχία. Από το πουθενά. Θρίαμβος.

vb

tip: Εντάξει! Είσαι σε καλό δρόμο κοπελιά. Ζάλισέ τον ακόμη λίγο και είναι σίγουρο πως θα δικαιωθείς. Κι ύστερα θα μπορείς να λες με πρησμένα μάτια «το ήξερα», «το είχα καταλάβει», «τα’ λεγα εγώ».
tip για εκείνον: Οκ με το σεβασμό, την ισότητα, την κατανόηση, τις αγάπες, τα λουλούδια και τα λοιπά αλλά και η ανοχή έχει τα όριά της. Βούτα την λίγο από το μαλλί φίλε, πες όμως ταυτόχρονα και δυο κουβέντες, είναι απαραίτητες, να το πούμε κι αυτό. Ξέρεις εσύ. Θα καταλάβει εκείνη, θα ησυχάσεις εσύ. Θα ησυχάσετε και οι δυο εντέλει. Θα ασχοληθείτε επιτέλους με τη σχέση σας και θα απολαύσετε ανενόχλητοι ο ένας τον άλλο!
Άλλωστε, έρωτας είναι, (εκ)παιδεύει!

Όλγα

Σε θέλω πίσω ρε!

Τελικά υπάρχει, μπορεί να υπάρξει φιλία ανάμεσα σε έναν άντρα και μία γυναίκα;

Αγνή, καθαρή, σκέτη φιλία; Μπορεί να απαντηθεί αυτό το ερώτημα; Λέγονται τόσο πολλά πάνω στο θέμα και με τόση ευκολία. Με τόση σιγουριά.
Μήπως οι προκαταλήψεις δεν μας αφήνουν να δούμε καθαρά; Μήπως πολύ εύκολα προδικάζουμε ότι βλέπουμε χωρίς στην ουσία να το κοιτάμε αληθινά; Μήπως τελικά οι ίδιες μας οι ανασφάλειες μας θολώνουν τα μάτια και παρεξηγούμε τα πράγματα απλά και μόνο από φόβο επειδή δεν ξέρουμε πως να διαχειριστούμε σχέσεις και καταστάσεις; Μήπως γι’αυτό θεωρούμε ότι είναι ύποπτες, περίεργες και σώνει και ντε κάτι κρύβουν; Ίσως αυτό είναι πιο εύκολο, να τα τσουβαλιάζεις όλα μαζί χωρίς να παιδεύεσαι να κάνεις διαχωρισμούς. Χωρίς σκέψη.

Έτσι μάθαμε. Με αυτές τις απόψεις γαλουχηθήκαμε. Είσαι γυναίκα και άρα ένας άντρας σε βλέπει μόνο πονηρά και στο μυαλό του έχει μόνο ένα πράγμα. Ακόμη και αν είναι μικρότερος, πολύ μεγαλύτερος, παντρεμένος ή μη. Ακόμη κι αν είναι ευτυχισμένος, ακόμη και αν είναι συνάδελφος, φίλος, κουμπάρος, γείτονας, ο φούρναρης ή ο διευθυντής του σχολείου του παιδιού σου.  Αν είσαι άντρας, μια γυναίκα σε πλησιάζει μόνο για να σε τυλίξει. Αν είναι και λίγο όμορφη είναι σίγουρα ύπουλη και ξεχειλίζει δόλο. Ένα τρίτο πρόσωπο είναι πάντα κακόβουλο και πάντα φταίει. Η ύπαρξή του και μόνο σημαίνει πονηριά. Πάντα φέρνει ή θα φέρει την καταστροφή, έτσι μάθαμε.

Μόνο που την καταστροφή τη φέρνουμε μόνοι μας. Δεν υπάρχουν τρίτα πρόσωπα και αηδίες. Υπάρχουν μόνο κομπλεξικοί άνθρωποι από όλες τις πλευρές και σε κάθε περίπτωση.

…………………………………………………………

Με τον Λ. δεν μπορώ να πω ακριβώς ότι μεγαλώσαμε μαζί.
Τουλάχιστον όχι με την έννοια των οικογενειακών δεσμών. Οι γονείς μας είχαν απλά τυπικές σχέσεις αμοιβαίας εκτίμησης και συμπάθειας αλλά όχι κάτι περισσότερο. Ήμασταν μαζί από την πρώτη δημοτικού χωρίς τότε να κάνουμε πολλή παρέα.

Εκείνος ήταν πάντα το καλό και ευγενικό παιδί που φρόντιζε για όλους και κυρίως προστάτευε τους πάντες. Στο σχολείο, στα παιδικά τότε πάρτι, στη γειτονιά. Πολύ καλός μαθητής, πάντα περιποιημένος, ψηλότερος από όλους, ατσαλάκωτος, σούπερ πρόθυμος και ευγενικός τόσο που έμοιαζε μεγαλύτερος από την ηλικία του. Το προφίλ του «καλού παιδιού». Μεγαλώνοντας κράτησε και πλούτισε όλα αυτά τα χαρακτηριστικά του. Ήταν αυτός που οπωσδήποτε θα σου κρατούσε το παλτό για να το φορέσεις αλλά κυρίως θα έβγαζε το σακάκι του για να μην κρυώσεις. Χωρίς δεύτερη σκέψη από τη μεριά του, χωρίς καν πρώτη από τη δική σου.

Μετά το δημοτικό πήγαμε σε διαφορετικά σχολεία αλλά δεν ξέρω πως (η ασθενής μου μνήμη δεν με βοηθά ξέρετε με τις λεπτομέρειες) βρεθήκαμε να κάνουμε παρέα. Όλο και πιο πολύ. Γίναμε κολλητοί. Εκείνος πέρασε στο Πολυτεχνείο κι εγώ από πίσω του. Εγώ τελείωσα τις σπουδές μου στη διακόσμηση, εκείνος εκεί. Παντού και στα πάντα. Πάρτι (πω πω τι πάρτι!), θέατρα, σινεμά, βόλτες στην παραλία, συναυλίες, βόλτες στις βιτρίνες, πάνω κάτω … άλλοι με θεωρούσαν συμφοιτήτρια και αν όχι όλοι, οι περισσότεροι μας θεωρούσαν ζευγάρι. Κάποιοι θα ήθελαν να ήμασταν. Δεν ήμασταν. Δεν υπήρξαμε ποτέ.

Εμείς ήμασταν μόνο κολλητοί.
Κι ας έβγαζε ξαφνικά ένα τριαντάφυλλο μέσα από το σακάκι του όταν ερχόταν να με πάρει. Κι ας μου αγόραζε για έκπληξη τις γόβες που είχα βάλει στο μάτι στη βόλτα που είχαμε κάνει νωρίτερα μαζί. Κι ας άφηνε τα πάντα για να έρθει όταν τον ζητούσα. Ήταν για μένα κάτι σαν μεγάλος αδελφός και φίλη κολλητή.  Το πόσα είπαμε, δε λέγεται. Στην κυριολεξία! Λεπτομέρειες της ζωής μας που είμαι σίγουρη ότι κανείς άλλος δεν ήξερε και πιθανόν δεν έμαθε ποτέ! Ήταν πάντα «εκεί».  Στην αγκαλιά του έριξα κουβάδες δακρύων για ανεκπλήρωτους έρωτες και ανάλογες απογοητεύσεις και αντίστοιχα μέχρι που έκλεινα τα αυτιά μου στις εξωφρενικά λεπτομερείς αφηγήσεις των δικών του ερωτικών πόνων ή επιτυχιών … «Πάψεεε, δεν θέλω να ακούω!» έλεγα. «Μα σε ποιον θα τα πω; άκου!» έλεγε. Καταστρώσαμε μαζί σχέδια επί σχεδίων για την κατάκτηση των επόμενων … κινούμενων στόχων μας… αναλύσαμε ώρες ατελείωτες και σε ατελείωτους περιπάτους στο πουθενά τις συμπεριφορές, τις κινήσεις, τα συναισθήματα. Τα προσωπικά μας προβλήματα, τα οικογενειακά, τα πάντα… Μπαινόβγαινα σπίτι του κι εκείνος στο δικό μου. Οικογένεια.

Κάναμε άθελά μας χαλάστρες ο ένας στον άλλο καθώς πολλές θαυμάστριες με θεωρούσαν επικίνδυνη ή ύποπτη. Πολλές άλλες δεν μπόρεσαν να δεχτούν μια κολλητή-φίλη-αδελφή που όμως ο καλός τους αποκαλούσε «γλύκα», βουτούσε με θέρμη  και φιλούσε πεταχτά στο λαιμό μπροστά στα μούτρα τους. Ένα δίκιο το είχαν από τη μεριά τους εδώ που τα λέμε. Πως να το καταλάβουν αυτό που είχαμε και πως να το δεχτούν! Άλλες πάλι, απογοητευμένες που δεν έβρισκαν ανταπόκριση, στρέφονταν σε μένα για παρηγοριά, εμένα που τον ήξερα καλά και όλο και μια καλή κουβέντα θα μπορούσα να του πω για να του αλλάξω τα μυαλά! Το έκανα και αυτό. Παρηγόρησα για χατήρι του μέχρι και δια αλληλογραφίας. Πράγματι! Αντίστοιχα, όσοι είχαν στο μυαλό τους να με πλησιάσουν, σίγουρα το ξανασκέφτονταν ή απλά αναρωτιόταν για το ρόλο του στη ζωή μου. Κι εκείνος με άκουγε, με συμβούλευε ή μου μετέφερε τα πιο ζουμερά κουτσομπολιά τηλεφωνικώς ακόμη και από εκατοντάδες χιλιόμετρα …

Ήταν το πασπαρτού μου για τις φορές που ήθελα να γυρίσω αργά – θα είμαι με τον «Λ» έλεγα και έπαιρνα κατά μία έννοια ελευθέρας από τους δικούς μου – άλλωστε πάντα σιγουρευόταν ότι με πήγε σπίτι, νυσταγμένη, πιωμένη, χαρούμενη, ερωτευμένη, κλαμμένη, κουρασμένη ή ότι άλλο, αλλά πάνω από όλα ασφαλή!
Τόσο πολύ κυκλοφορούσαμε μαζί που όταν χρειαζόταν να κάνουμε τη διευκρίνηση ότι «δεν είμαστε μαζί» θεωρούσαν ότι όχι πλέον!

Μαζί γελάσαμε μέχρι δακρύων και ξεγυμνώσαμε τις ψυχές μας (μόνο) μέχρι αηδίας. Είπαμε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για τα πάντα. Χορέψαμε, ξενυχτίσαμε, διαβάσαμε, είδαμε τηλεόραση, είπαμε βλακείες, κάναμε ψώνια, πήγαμε σε γάμους, κάναμε ποδαρικό, φάγαμε, ήπιαμε, μαγειρέψαμε, παίξαμε επιτραπέζια, σπρώξαμε μέσα στο ξημέρωμα, μετά από πάρτι και υπό βροχή σαν σε αμερικάνικη ταινία – εκείνος δηλαδή – το αυτοκίνητό μου που είχε πάθει βλάβη, κουτσομπολέψαμε, αγκαλιαστήκαμε, κλάψαμε, μοιραστήκαμε …

Όλοι, κυρίως οι μεγαλύτεροι, περίμεναν ότι από σε στιγμή σε στιγμή κάτι θα προέκυπτε μεταξύ μας, επιτέλους θα καταλαβαίναμε αυτό που τάχα ήταν ορατό και απολύτως αναμενόμενο και ότι επιτέλους η σχέση μας θα έπαιρνε το δρόμο που της ταίριαζε, θα γινόμασταν ζευγάρι. Μα δεν. «Είμαστε φίλοι!» έλεγα. «Μα δεν υπάρχει τέτοια φιλία» μας έλεγαν. Γελούσαμε. Μας πρήξατε! Μα και βέβαια υπάρχει! Εμείς! 

Μετά το πανεπιστήμιο έφυγε στο εξωτερικό. Μου ήρθε περίεργα. Ποιος θα συμμάζευε τα μυαλά μου; σε ποιον θα έλεγα τώρα τα πάντα και ποιος θα με άκουγε ότι ώρα ήθελα να λέω ξανά και ξανά τα ίδια; ποιος θα μου έλυνε τα άλυτα αντρικά μυστήρια; (έτσι κι αλλιώς άλυτα παραμένουν αλλά τουλάχιστον κάποιος με άκουγε).  Μου έστελνε κάρτες με μισόλογα, τηλεγραφικά, σύντομα μηνύματα με ορνιθοσκαλίσματα γράμματα λέγοντας ότι δεν τα πάει καλά με το γραπτό λόγο και εγώ τον έβριζα για τις χαζομάρες που μου έγραφε. Κι εκείνος γελούσε. Γνωστοί και φίλοι  μάθαιναν από μένα τα νέα του. Μέχρι και πρόσωπα που δε γνώριζα καλά,  ρωτούσαν εμένα τι κάνει όταν τύχαινε να με συναντήσουν.  Ξεχνούσε πάντα τα γενέθλιά μου και όποτε κατάφερνε να τα θυμηθεί, ήταν σωστή η ημερομηνία αλλά λάθος ο μήνας … Άλλοτε το αντίστροφο…  «Φέτος σε θυμήθηκα!» έγραφε η κάρτα που έλαβα μια χρονιά μαζί με λουλούδια, με λάθος ημερομηνία…

note

Τα χρόνια πέρασαν…
Επέστρεψε γεμάτος εμπειρίες. Καμάρωνα πάντα και χαιρόμουν πάντα για ότι καλό έκανε στη ζωή του. Λίγο η ζωή, λίγο ή και πιο πολύ ο έρωτας που τον χτύπησε προφανώς για τα καλά, τον κράτησαν μακριά από τη Θεσσαλονίκη. Δύσκολο να το συνηθίσω. Κατά ένα περίεργο τρόπο, οι άνθρωποί μου, οι πιο αγαπημένοι μου, είναι μακριά. Σαν την Ε. Στην πορεία έκανε οικογένεια, το ίδιο κι εγώ… ονειρευόμουν μια ανοιχτή, ζεστή, οικογενειακή πλέον σχέση όλων μας που θα έφτανε στα βαθιά γεράματα και έτσι έμοιαζε πως ήταν. Βρισκόμασταν με την ίδια ζεστασιά και αγάπη απλά τώρα ήμασταν τέσσερις…

Είναι όμως, όπως φαίνεται, πραγματικά δύσκολο για μια γυναίκα να αποδεχτεί μια άλλη ως κολλητή του άντρα της. Και ειδικά αν έχουν άπειρες ιστορίες να διηγηθούν από τις οποίες εκείνη φυσιολογικά λείπει. Είναι δύσκολο να ακούει για πρόσωπα, μέρη και γεγονότα για τα οποία δεν έχει την παραμικρή ιδέα. Και ακόμη πιο δύσκολο να δεχτεί τα συναισθήματα και την έκδηλη οικειότητα. Αντίστοιχα δύσκολο, ίσως και πιο πολύ να είναι και για έναν άντρα να δεχτεί τον κολλητό της συντρόφου του χωρίς να τριγυρίζουν στο μυαλό του περίεργες απορίες …   Το κατανοώ. Μέχρι ένα σημείο. Το είχα στο μυαλό μου και προσπάθησα – νομίζω επιτυχώς – να βάλω τον εαυτό μου στη θέση που πλέον του αναλογούσε. Συγχρόνως τον έβαζα με τη σειρά στη θέση όλων για να κρατώ τις ισορροπίες. Νόμισα ότι τα είχαμε καταφέρει. Νόμισα ότι φυσικά και γίνεται. Ο κολλητός μου, η γυναίκα του, ο άντρας μου κι εγώ. Διαπίστωσα εντελώς ξαφνικά και μάλιστα μετά από χρόνια, απρόσμενα, αναπάντεχα και με απορία ότι όλα ήταν μια τρύπα στο νερό… σαν ένα μεγάλο κύμα που τα παρέσυρε όλα… δεν πρόλαβα καν να μαζέψω την πετσέτα μου από την άμμο, τόσο ξαφνικά.

Ομολογώ ότι δεν έτυχε ποτέ να βρεθώ στην απέναντι θέση…
Μπορεί κι εγώ, αν ένιωθα κάποια ενόχληση, να μην μπορούσα να την εκλογικεύσω, να μην το κατάφερνα … μπορεί κι εγώ κάποια στιγμή να ένιωθα ότι φτάνει, ως εδώ με τα κολλητιλίκια, μπορεί να μπούχτιζα με τις ιστορίες από το αδελφικό παρελθόν τους. Είναι και θέμα νοοτροπίας, πως έχει μεγαλώσει ο καθένας μας, τι έχει καταγραφεί μέσα του. Μπορεί και να αναρωτιόμουν τελικά  πόσο αδελφικό ήταν όλο αυτό – θα το έκανα σίγουρα δηλαδή, ποια δεν θα το έκανε, κακά τα ψέμματα …  μπορεί να έκανα κι εγώ κάποια στιγμή την έκρηξη και να τα έκανα όλα λίμπα … μπορεί όμως και όχι. Τι να πω.

Είχαν δίκιο δηλαδή όσοι μου έλεγαν ότι δεν μπορεί να υπάρχει φιλία ανάμεσα σε έναν άντρα και μία γυναίκα;
Συνεχίζω να μη το δέχομαι. Εγώ το έζησα.

Όχι ότι δεν μπορεί να γεννηθεί, να μεγαλώσει και να είναι δυνατή και αγνή μια τέτοια σχέση, αλλά κάποια στιγμή, κάποιος δεν θα μπορέσει να τη δεχτεί. Πιθανότατα. Για όποιους λόγους. Με αυτή την έννοια, ίσως και να μη μπορεί να υπάρξει.

Αυτό το «για πάντα» τελικά είναι «μέχρι να«;;; Δεν μου αρέσει…

Ξαφνικά – έμοιαζε με «ξαφνικά» – και σαν σεισμός, σαν έκρηξη, έγιναν πολλά και στην ουσία τίποτα. Και πάει. Σχεδόν χαθήκαμε. Ουσιαστικά όμως χαθήκαμε τελείως. Τι να τα κάνω τα τυπικά «χρόνια πολλά» και το «Καλό Πάσχα»; Τι να τις κάνω τις υποσχέσεις … Εμείς οι δύο χαθήκαμε. Αυτό το μεταξύ μας. Πάει. Κενό. Και ακόμη δεν ξέρω γιατί.

Και τώρα; εγώ τι κάνω; αυτός τι κάνει; εδώ και τόσο καιρό … πού είναι ο μεγάλος μου αδελφός; πού είσαι; σε χρειάζομαι. Μου λείπεις! Ποιος θα με ακούσει όπως εσύ; πόσα θα σου είχα πει, καλά, άσχημα, αστεία … πόσες φορές νοστάλγησα εκείνες τις φορές τις αμέτρητες που ήξερα ότι μπορούσα να πω τα πάντα, που έλεγα τα πάντα, που ήξερα ότι θα άκουγες τα πάντα … κι ας με κατσάδιαζες μετά. Πόση κατσάδα!!! Μα είχα που να αδειάσω το μυαλό μου. Είχα το φίλο μου με ένα τρόπο διαφορετικό. Όχι ότι είμαι μόνη, αντιθέτως έχω την ευλογία να έχω φίλες, πραγματικές φίλες καρδιάς. ( http://mikroimegaloi.gr/blog/stis-files-mou ) Μα αυτό είναι κάτι άλλο.
Ούτε για την αντρική γνώμη και  κρίση τον ήθελα. Ούτε για να κρεμαστώ επάνω του. Μα για αυτή την ιδιαίτερη φιλία που λίγοι έχουν την τύχη να ζήσουν.

Για σένα τα λέω, τον κολλητό μου. Ξέρω ότι με νοιάζεσαι. Σε θέλω πίσω. Όπως πριν. Δε με νοιάζει τι έγινε. Μπορεί να ξέρω, μπορεί να κάνω και λάθος. Δε θέλω να μάθω. Από εκεί που μείναμε. Όχι «σαν», όχι «περίπου». Αλλά «όπως«. Όπως πριν.
Σε θέλω πίσω ρε.

Όλγα

(ΥΓ: γίναμε «ρόμπες» στο διαδίκτυο, τι κατάλαβες;)