Νηστεία, τούρτες, καλαμαράκια και τυρί από σόγια.

Αυτή την ιστορία με τα «νηστίσιμα» αδυνατώ να την κατανοήσω.
Συν του οτι κάθε χρόνο έχω την αίσθηση ότι παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις. Και όλο και πιο πολύ χάνεται στη μετάφραση η έννοια, η πραγματική έννοια της νηστείας.

Νηστεία είναι η στέρηση. Η εγκράτεια. Η αποχή από τις απολαύσεις. Να μην ασχολείσαι με το τι θα φας και πώς θα το φας, να ασχοληθείς για λίγο με τη ψυχή σου, το μέσα σου. Με τον εαυτό σου αρχικά και με όσους σχετίζεσαι. Θα φας αλλά για να συντηρηθείς κι όχι για να ευφρανθείς!

Αυτή είναι η πραγματική έννοια της νηστείας και δε χωρά αμφισβήτηση γι’αυτό. Όλα τα υπόλοιπα είναι για μένα απλά προσποίηση. Ψευδαίσθηση. Κοροϊδιλίκι κοινώς.

Ένα βουνό από νηστίσιμα καλαμαράκια, γαρίδες, μεζεδάκια παρέα με 2-3 ποτηράκια τσίπουρο, νηστεία για μένα δεν είναι. Αλλά οι πατάτες που από λάθος ήρθαν στο τραπέζι με τριμμένο κεφαλοτύρι, επιστρέφονται ασυζητητί κεραυνοβολώντας τον σερβιτόρο για το θανάσιμο αμάρτημα στο οποίο παραλίγο να παρασύρει τους πιστούς. Χμ.

shrimpsvia

Κι όταν διαβάζω συνταγές για νηστίσιμες τούρτες (!), νηστίσιμες πίτσες με τυρί σόγιας, ως και νηστίσιμα τσουρέκια!! «Μα δεν έχει αυγά η συνταγή και η σοκολάτα δεν είναι γάλακτος«!
Mα δεν είναι τα συστατικά που απαγορεύονται! Δηλαδή, ως και την Μ. Παρασκευή τρώμε το νηστίσιμο – κατά τα άλλα – τσουρέκι και μετά την Ανάσταση απολαμβάνουμε το … κανονικό;

Με συγχωρείτε, αυτό μοιάζει πιο πολύ με δίαιτα κατά της χοληστερίνης και καμία στέρηση, εγκράτεια ή αποχή δε διακρίνω. Εσείς;

cakevia

Προτιμότερο είναι να βάλεις γάλα στον καφέ και να φας ένα λιτό πρωινό με λίγο ψωμί, φρυγανιές, ταχίνι, λίγη μαρμελάδα ή λίγο μέλι παρά να πιεις τον καφέ σου σκέτο και να γεμίσεις το πιάτο σου με κέικ που όμως ίχνος αρτύσιμων συστατικών δεν περιέχει. Χα! Και νομίζουμε οτι είμαστε εντάξει…

milkvia

 

breakfastvia

Όσο για την ώρα της Θείας Κοινωνίας … τι να πω.
Ακόμη κι αν έχεις περάσει με νερό και παξιμάδι, τι νόημα έχει αλήθεια να μεταλάβεις αν η καρδιά σου είναι γεμάτη κακία, νιώθεις ένταση, μάλωσες με κάποιον δικό σου ή ακόμη και το πιο απλό, σκουντήχτηκες με την άγνωστη κυρία που περιμένει κι εκείνη τη σειρά της, με σκοπό να κερδίσεις ένα-δυο λεπτά αναμονής «για να τελειώνεις μια ώρα αρχίτερα, πολύ κόσμο έχει φέτος, έχεις και κάτι τελευταία ψώνια να κάνεις, θα έρθουν και οι κουμπάροι, είναι και το κομμωτήριο και γιατί δε βάζουν ακόμη έναν παπά βρε παιδί να τελειώνουμε…»
Κάτι σαν το σούπερ μάρκετ, βάλτε βρε κορίτσια ακόμη ένα ταμείο, τόσος κόσμος μαζεύτηκε …

prayervia

Για μένα πολύ πιο «νηστίσιμο» είναι ένα πιάτο με μια σκέτη μπριζόλα με λίγη σαλάτα από ένα σπέσιαλ «νηστίσιμο» μυδοπίλαφο, συνοδευόμενο από το σπέσιαλ – νηστίσιμο πάντα – κανταίφι επιδόρπιο και 5-6-7 νηστίσιμα κουλουράκια με τον καφέ … και δυο κομμάτια νηστίσιμη πίτα για βραδινό. Που μπορεί κάλλιστα να είναι και κασερόπιτα, είπαμε με κασέρι σόγιας. (για τις τούρτες και τις πίτσες, ούτε καν μπαίνω στη διαδικασία να σχολιάσω).
Και για να μην παρεξηγηθώ, ασφαλώς και θα φας κάτι γλυκό, ασφαλώς και θέλεις αυτό που τρως να είναι νόστιμο και να μη θυμίζει φελιζόλ. Ωστόσο, αυτό μπορεί να γίνει χωρίς να απαιτούνται πολλές ώρες ενασχόλησης, κάτι που είναι εντελώς αντίθετο με την πραγματική έννοια της νηστείας.

chicken

Ένας φίλος, καπνιστής, 40 μέρες έκοβε το τσιγάρο. Δεν ξέρω αν το κάνει ακόμη. Τον θαύμαζα γι’αυτό. Έκοβε και το ποτό. Ναι, εκείνο το ένα ποτηράκι που απολάμβανε το βράδυ. Και μια άλλη γνωστή, μανιώδης γλυκατζού, στερούνταν για 40 μέρες τη σοκολάτα. Τους βγάζω το καπέλο.

Γιατί εκ τους ασφαλούς, οκ, όλοι τα κάνουν/κάνουμε όλα.

winevia

Το τι κάνει ο καθένας, είναι καθαρά προσωπικό του θέμα φυσικά εφόσον δε θίγει και δεν προσβάλει τους γύρω του. Προσωπικά, δεν πηγαίνω ποτέ νηστική να κοινωνήσω. Το έκανα παλιότερα, λιποθυμούσα όμως τις περισσότερες φορές (λόγω ορθοστατικής υπότασης) ώσπου ένας παπάς σχεδόν με μάλωσε. «Τι μου έρχεσαι νηστική κορίτσι μου; Φάε δυο παξιμάδια, πιες λίγο καφέ κι έλα. Λιπόθυμη τι να σε κάνω;»

Κάτω από ποιες συνθήκες και αν θα σηκωθώ να μεταλάβω την ώρα του «Όσοι Πιστοί Προσέλθετε» είναι απόλυτα δικό μου θέμα, μεταξύ εμού και του Θεού μου. Το ίδιο ισχύει για όλους.
Δεν κρίνω κανέναν, δεν μπορεί να με κρίνει κανείς. Σκέψεις κάνω μόνο, για την παρανόηση, την παρεξήγηση ενδεχομένως ή και την αμάθεια που επικρατεί γύρω από αυτό το θέμα.

Και στο κάτω κάτω, δεν έχει σημασία τι έχει μέσα το στομάχι σου, αλλά τι έχουν μέσα η ψυχή σου, η καρδιά σου, το μυαλό σου…

Καλό Πάσχα σε όλους. Καλή Ανάσταση, γεμάτη Φως!

Όλγα

Θερινό σινεμά.

Θερινό σινεμά. Τετ – α – τετ. Δροσιά.

Σκηνή πρώτη.
Καθίσματα σκηνοθέτη, ζωηρές πρασινάδες, χρωματιστά τραπεζάκια, περιποιημένοι βασιλικοί εδώ κι εκεί.
Διαλέγουμε τις θέσεις μας και χαζεύουμε τον κόσμο. Τα ελεύθερα καθίσματα λιγοστεύουν, οι παρέες αυξάνονται.

vbvia

Σκηνή δεύτερη.
Δυο – τρεις οικογένειες εμφανίζονται με παιδιά δημοτικού. Μου κάνει εντύπωση, αλλά οκ. Το έργο είναι γαλλική κωμωδία και όσο για το τι ώρα κοιμούνται δεν μου πέφτει λόγος. Ούτε και για το τι βλέπουν άλλωστε.
Χαζολογάμε, βάζουμε αντικουνουπικό και περιμένουμε να αρχίσει.

Σκηνή τρίτη.
Μια ακόμη οικογένεια εμφανίζεται σε πλήρη σύνθεση. Μπαμπάς, μαμά, οκτάχρονο, καρότσι, τρίχρονο… Κάθονται – πού αλλού; – πίσω μας.
Τρίχρονο; Πριν με καταβάλουν άγριες σκέψεις, προσπαθώ να ακολουθήσω τη συμβουλή του μπαμπά μου και να το δω «αλλιώς». Κι αν οι άνθρωποι δεν έχουν που να τα αφήσουν; Κι αν είναι μόνοι στον κόσμο ή έστω στην πόλη; Κι αν είναι η μοναδική τους δυνατότητα να πάνε κάπου; Στο κάτω κάτω μπορεί το παιδάκι να κοιμηθεί σε λίγο, άλλωστε το καρότσι είναι ήδη σε ανάκλιση …

Σκηνή τέταρτη.
Τα «προσεχώς» αρχίζουν. Έχει ακόμη φως. Είναι λίγο μετά τις 9.
Η μικρή τρίχρονη βομβαρδίζει τη μαμά της με ερωτήσεις. «Γιατί ήρθαμε εδώ;» «Για να δούμε το έργο». «Ναι, αλλά γιατί ήρθαμε εδώ;» «Για να δούμε το έργο». «Το κατάλαβα αυτό (??) αλλά γιατί ήρθαμε εδώ;!». «Για να δούμε το έργο». Προσπαθώ να το δω ως ελαφρά χαριτωμένο. Όταν αρχίσει το έργο, θα σταματήσουν.

Σκηνή πέμπτη.
Το έργο ξεκινά, οι ερωτήσεις πληθαίνουν, η ένταση των διαλόγων μεγαλώνει, το κοριτσάκι συνεχίζει απτόητο, η μαμά το ίδιο. Προσπάθεια από μέρους της να εξηγήσει – τι να εξηγήσει –  ότι δε μιλάμε δυνατά εντελώς ανύπαρκτη. Πρόθεση ανύπαρκτη επίσης. Κάθε άλλο. Αναμεταδίδει ζωηρά με εξαιρετική άνεση και ξέχειλη γλύκα. Δε μπορεί, θα σταματήσουν.

Σκηνή έκτη.
Γυρίζω πίσω και αναρωτιέμαι φωναχτά και ευγενικά «μήπως γίνεται να μη μιλάμε;» κοιτάζοντας τη μαμά και κάνοντας νόημα προς το παιδάκι. «Χμμμ, δεν είναι εύκολο!»  απαντάει με προκλητική αναίδεια και μεγάλη ευκολία!
«Ξέρετε, μάλλον θα πρέπει να βρείτε έναν τρόπο. Άλλωστε δεν είστε σε παιδότοπο.» Γυρίζω μπροστά και προσπαθώ να συγκεντρωθώ στην ταινία. Το άλλο «έργο» πίσω μου, συνεχίζεται με αμείωτη ένταση. Μάλλον δε θα σταματήσουν.

Σκηνή έβδομη.
Το κοριτσάκι σαν να ησυχάζει για λίγο. Αντιλαμβάνομαι ότι απλά λείπει για λίγο. Επιστρέφει δριμύτερο, ξανακοιτάζω με νόημα πίσω, η μαμά του σαν να λέει κάτι για να μιλάει πιο σιγά κι εκείνο φωνάζει ότι απλά δε θέλει να μιλάει πιο σιγά. Εκείνο μιλάει δυνατά, η μαμά σιωπά.

Σκηνή όγδοη.
Το κοριτσάκι παίζει με κουβαδάκι και το γεμίζει χαλίκια. Αδειάζει το κουβαδάκι, γεμίζει το κουβαδάκι…
Το κοριτσάκι θέλει να κάνει μπουρμπουλήθρες. Ναι. Προφανώς και κάνει. Συνεχόμενα. Όχι στη θέση της, όρθια. Κολλημένη στο μπράτσο μου και ύστερα στο μπράτσο του Χάρη. Νιώθω το αίμα να ανεβαίνει. Με προλαβαίνει ο Χάρης.
«Μπορείτε να κάνετε το παιδάκι να σταματήσει;»
Ο πατέρας αφήνει για λίγο την ταινία και ασχολείται μαζί μας. «Παιδί είναι«.
«Δεν αμφιβάλουμε, ενοχλεί όμως».
«Κι όλοι αυτοί που καπνίζουν κι έρχεται ο καπνός στο παιδί γίνεται να το σβήσουν;»
«Φέρατε το μωρό σε θερινό σινεμά ενηλίκων, ενοχλείτε τον κόσμο και έχετε τέτοιες απαιτήσεις;»
«Δε λέει πουθενά ότι απαγορεύεται για κάτω των 18«, μας αποστομώνει. (!!!)

Η σκηνή τελειώνει με τη μάνα να φεύγει αλαφιασμένη μπουρδουκλώνοντας τα πόδια της στα πίσω καθίσματα και τους γύρω θεατές να κάνουν επιπλέον παρατηρήσεις. Ο θιγμένος πατέρας τρέχει πίσω της μα πριν το κάνει σκύβει και μας λέει «ευχαριστώ που κάνατε τη γυναίκα μου να χάσει το έργο«. Απλά απίθανος.
Το παραλήρημα της ηλιθιότητας, του παραλογισμού και του θράσους μας αφήνει κυριολεκτικά άφωνους.

Σκηνή ένατη.
Η υπόλοιπη ώρα κυλά ήρεμα. Η ταινία απολαυστική. Γελάμε με την καρδιά μας. Η … αναισθησία μας δεν μας αφήνει περιθώρια για τύψεις που χαλάσαμε τη βραδινή έξοδο μιας οικογένειας! Χα!

Μόνο που σε μια πολιτισμένη χώρα, δε θα χρειαζόταν ούτε να συγχιστούμε, ούτε να διαπληκτιστούμε, ούτε να δυσφορήσουμε. Οι υπεύθυνοι του χώρου θα είχαν διακριτικά βουτήξει από το γιακά γονείς, παιδάκια, καρότσια,  κουβαδάκια και μπουρμπουλήθρες και θα τους είχαν βγάλει έξω χωρίς να καταλάβει κανείς το παραμικρό. Σε μια πολιτισμένη χώρα όμως.

Σας φιλώ,
Όλγα

ΥΓ: (Το ότι σε ένα γεμάτο θερινό σινεμά, η μόνη – η μόνη, το τονίζω – οικογένεια με μωρό ήρθε και κάθισε πίσω μας, το αφήνω εντελώς ασχολίαστο!)

ΥΓ2 : Αν σας δοθεί η ευκαιρία, δείτε την ταινία, είναι πραγματικά απολαυστική!

Το γκολ της Εθνικής και τα Ελγίνεια.

 

Και ναι! Η Εθνική Ελλάδος έβαλε γκολ! Τελευταία στιγμή τους πήρε την μπουκιά από το στόμα κι αυτό αυτόματα πυροδοτεί την κατάλυση των πάντων. Διότι ο πανηγυρισμός είναι ξέφρενος και δεν υπολογίζει τίποτα!

Και μέχρι ένα σημείο, οκ. Το αντιλαμβάνομαι και δε χρειάζεται να είμαι ποδοσφαιρόφιλη, που δεν είμαι. Αυτό που αδυνατώ να αντιληφθώ είναι αυτή η απόλυτη ταύτιση. Ποιος το έβαλε το γκολ – σαφέστατα όχι «εμείς» αλλά φαίνεται ότι μέσα στην παραζάλη δεν είναι ορατό – στο τέλος χάνεται και σαν έννοια. «Το βάλαμε». Όλοι μαζί! Παίρνουμε αξία επιτέλους από κάπου. Αυτό αρκεί.

Οι κόρνες ηχούν ασταμάτητα – επίσης δεν αντιλαμβάνομαι το σκοπό, προφανώς για κάποιο λόγο πρέπει όλοι να σηκωθούν στο πόδι, να κρεμαστούν από τα μπαλκόνια στη 1 η ώρα πρωινή, να συνταχτούν με τους υπόλοιπους.
Οι ντουντούκες τρυπούν τα αυτιά, ξυπνούν κόσμο, αναστατώνουν μωρά, ενήλικες, γέρους, αρρωστους, κουρασμένους, ή άλλους που απλά ασχολούνται με κάτι άλλο (απορώ πως ζουν)  με απώτερο σκοπό τη διάδοση του χαρμόσυνου νέου στα πέρατα των κατοικημένων περιοχών. ‘Ενθερμοι υποστηρικτές της Εθνικής χτυπούν ρυθμικά και με μένος τις ιδρωμένες παλάμες τους στα καπό των αυτοκίνητων – των άλλων – οι κάδοι της ανακύκλωσης παίρνουν φωτιά και βραχνά λαρύγγια ουρλιάζουν «Γεια σου Ελλαδάρα!» με πλούσια σειρά κοσμητικών επιθέτων γιατί προφανώς μόνο έτσι εκφράζεται σωστά το μέγεθος της επιτυχίας … ο αέρας μυρίζει μπύρες, τσιγάρα, ιδρώτα.

Υπερβολική; Ίσως. Όσο και ο τρόπος του πανηγυρισμού. Όσο και ο τρόπος έκφρασης της χαράς, της ικανοποίησης. Όσο και η ταύτιση με το γεγονός και εκείνους που το πέτυχαν. Όσο υπερβολικά λείπει από αυτόν τον τόπο η ποιότητα. Γιατί ποιότητα δεν είναι μόνο το τι επιλέγεις για να ψυχαγωγηθείς αλλά και ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεις τα συναισθήματά σου.

«Ελλαδάρα» δε λες τίποτα φίλε μου. Άλλωστε τι άλλο να περίμενε κανείς για να νιώσει περήφανος για τον τόπο του. Παρακολουθώ κι εγώ η ποδοσφαιρικά άσχετη με δέος (not).
Και φαντάζομαι τι τρελός χαμός έχει να γίνει έτσι και πάρουμε πίσω τα Μάρμαρα …

Σας φιλώ,
Όλγα

 

elgin_marbles                                  via