Ο ερωτευμένος Ραχμά-λ-ινοφ.

Ο Ραχμάλινοφ εμφανίστηκε πριν 4 μέρες. Όπως το διαβάζετε, σωστά είναι γραμμένο. Ραχμάλινοφ. Δεν ξέρουμε το όνομά του γιατί αποφεύγουμε τα πολλά – πολλά για να μη του δώσουμε θάρρος, οπότε υποθέσαμε οτι ένα κάποιο όνομα ενδεχομένως θα πρέπει να έχει, κι αφού δεν το ξέρουμε έστω και μόνο για να αναφερόμαστε σε αυτόν θα έπρεπε να του δώσουμε ένα. Ο Βασίλης το εμπνεύστηκε και όταν τον διόρθωσα μου είπε οτι δεν έχει καμία σχέση με τον γνωστό Ραχμάνινοφ και ότι αυτό είναι απλά ένα «άλλο» όνομα που επινόησε ελεύθερα ο ίδιος. Οκ.
Ραχμάλινοφ λοιπόν. Και είναι ένας κούκλος. Όμορφος, ψηλός, καλλίγραμος κι επίμονος όσο δεν πάει. Από αυτά τα αρσενικά που όταν βάλουν κάτι με τον νου τους, πρέπει να γίνει. Δεν τους σταματά τίποτα. Δε γλιτώνεις με τίποτα. Κι αν θέλεις να γλιτώσεις, σίγουρα θα ταλαιπωρηθείς. Με όποιον τρόπο.

Ξεκίνησαν όλα όταν την ακολούθησε ένα απόγευμα, εκείνη δεν του έδωσε και τόση σημασία, είναι λίγο ξινή με το άλλο φύλο κατά γενική ομολογία, όμως εκείνος δε φάνηκε να πτοείται, προφανώς και δεν τη βλέπει έτσι. Μάλλον του γυάλισε, εκτός από το όμορφο, πικάντικο μουτράκι της, το πεταχτό, παιχνιδιάρικο περπάτημά της. Συν το γεγονός οτι δεν του έδωσε καμία σημασία, τουλάχιστον όχι με θετικό πρόσημο. Κι όσο εκείνη τον αγνοούσε, τόσο εκείνος λύσσαξε. Έτσι πάνε αυτά – λένε.

Το ίδιο βράδυ, κι αφού εκείνη γύρισε σχεδόν τρέχοντας και μπήκε βιαστικά στο σπίτι προσπαθώντας με δυσκολία είναι αλήθεια να τον αποφύγει, εκείνος αποφασισμένος και αμετακίνητος, έμεινε κάτω από το μπαλκόνι της όλη νύχτα. Στην αρχή σιωπηλός, στη συνέχεια και όσο δεν έβλεπε ανταπόκριση, με σιωπηλή διαμαρτυρία, στο τέλος φωνάζοντας απελπισμένα. Όλη νύχτα κάτω από το μπαλκόνι της!
Μάταια οι γείτονες προσπαθούσαν να τον πείσουν να φύγει. Κάποιοι τον λυπήθηκαν, κάποιοι προσπάθησαν να του μιλήσουν, άλλοι τον απείλησαν για τις φωνές του μέσα στη μαύρη νύχτα, ώσπου στο τέλος εκείνος έβαλε τα κλάματα. Κι έκλαιγε όλη νύχτα, απαρηγόρητος, έβγαζε κραυγές και ουρλιαχτά, όλου του κόσμου η απόγνωση ξεχείλιζε από το λαρύγγι του…

Τις πρώτες πρωινές ώρες ησύχασε κι όλοι νόμισαν οτι το είχε πάρει απόφαση πια και κουρασμένος και σίγουρα πεινασμένος είχε καταθέσει τα όπλα. Χα!
Την περίμενε στην είσοδο της πολυκατοικίας, δίπλα στο παρτέρι με τα λουλούδια. Κάποια στιγμή εκείνη θα έβγαινε για την πρωινή της βόλτα, λίγο πιο νωρίς, λίγο πιο αργά, είχε εκείνος υπομονή κι ήταν άλλο τόσο επίμονος. Και πράγματι. Σαν άνοιξε η μεγάλη πόρτα και την είδε, έκανε σαν τρελός. Με χίλιους ελιγμούς κατάφερε και πάλι να του ξεφύγει. Η γειτονιά τους κοιτούσε.

Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται καθημερινά, όλες τις ώρες από τότε. Περιμένει σαν τσιλιαδόρος πότε θα πλησιάσει κάποιος ένοικος την είσοδο και τρέχει να τρυπώσει μέσα. Τις περισσότερες φορές τα καταφέρνει. Βρήκε που μένει, ανέβηκε στον όροφό της και την έστησε έξω από την πόρτα της. Έκλαψε, φώναξε, χτύπησε την πόρτα, έκανε να φύγει, ανέβηκε πιο πάνω, κατέβηκε πιο κάτω αλλά πάλι εκεί. Έξω από την πόρτα της. Τόσο διεκδικητικός. Κάποιοι τον αγρίεψαν για να τον πείσουν να φύγει, μα ξεσήκωσε τον τόπο, μάταια, κανείς δεν μπορεί να το καταφέρει. Ούτε αστυνομία, ούτε κανείς.

Αναγνώρισε τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της και τους κάνει από τότε το βίο αβίωτο. Τους ακολουθεί κατά πόδας, κολλάει πάνω τους σαν βδέλλα, και επιμένει. Σε τέτοιο βαθμό που το σκέφτονται για να βγουν από το σπίτι τους πια. Χθες τη νύχτα ξημερώθηκε έξω από την πόρτα της πάλι. Μόλις ακούσει τη φωνή της αρχίζει το κλάμα. Ποιος είπε οτι τα αρσενικά δεν κλαίνε;

Η οικογένεια φεύγει στην κυριολεξία στα κλεφτά από το σπίτι, όταν και αν τα καταφέρει. Επιχειρούν να τον ξεγελάσουν, να βγουν τάχα από την πόρτα που οδηγεί στο πάρκιγκ, τους παίρνει είδηση στο δευτερόλεπτο. Πηγαίνουν από την άλλη, τα ίδια. Άλλοτε, εκεί που πιστεύουν οτι δεν είναι πουθενά, ελέγχουν από μπαλκόνια και βεράντες γύρω-γύρω πριν βγουν από το σπίτι, τον βλέπουν να περιμένει και πάλι μπροστά στην είσοδο λες και κατεβαίνει ξαφνικά από τον ουρανό. Για πότε τους μυρίζεται δε λέγεται.
Κανείς δεν μπορεί να κάνει κάτι. Μόνο ο ίδιος αν το πάρει απόφαση οτι η νεαρά δεν ενδιαφέρεται και αποφασίσει να καταθέσει τα όπλα.

Έτσι είναι ο έρωτας. Ή τέλος πάντων το ένστικτο, οι ορμόνες, η φύση. Παρά το ότι μου έχει σπάσει τα νεύρα γιατί μπαινοβγαίνω στο σπίτι μου σαν τον κλέφτη ή με την αίσθηση οτι με κυνηγούν οι Γερμανοί προσπαθώντας να τον αποφύγω γιατί αλλιώς θα βρω τον μπελά μου, μου έρχεται ώρες-ώρες να πάω να τον αγκαλιάσω. Γιατί όσο κι αν με ακινητοποίησε προχθές το πρωί και δεν μπορούσα ούτε να ξεκλειδώσω – είχε κολλήσει πάνω μου, όρθιος με τα χέρια του με είχε κολλήσει πάνω στην πόρτα – δεν είναι καθόλου επικίνδυνος. Επιθετικός και ορμητικός είναι όμως, όπως πρέπει για το απόλυτο αρσενικό.  Βέβαια ποτέ δεν ξέρεις πως μπορεί να αντιδράσει ένας απελπισμένος, ειδικά και όταν αρχίζει να κουράζεται και να απογοητεύεται. Του φώναζα να φύγει, τον έσπρωξα, χτύπησα και το χέρι μου, με τα χίλια ζόρια και τρομαγμένη τα κατάφερα. Τον λυπάμαι όμως. «Ερωτευμένος» είναι. Παθιασμένος. Γι’ αυτό δείχνει και όμορφος! Κι αυτά μαζί πάνε και δεν κάνουν διακρίσεις. Έτσι λέω εγώ.

ραχμάλινοφ              Νάτος. Γοητευτικός, δεν είναι;

klio              Νάτη κι αυτή. Το αντικείμενο του πόθου.

Τι να σου κάνω καημένε μου, η αλήθεια είναι ότι δε φταις εσύ. Είναι που το ένστικτό σου δεν σου επιτρέπει να αντιληφθείς οτι δεν σου κάνει η τύπισσα. Ογκομετρικό είναι το θέμα. Μετρίου αναστήματος και 7,5 κιλά μόλις αυτή, καμιά εικοσαριά σκύλαρο σε κόβω εσένα. Ε, δεν!

Όλγα

PS: Την 5η κατά σειρά μέρα κάμφθηκα η συναισθηματική. Αφού ούτε η αρμόδια υπηρεσία του Δήμου αποφάσισε να κάνει κάτι (το μόνο που θα έκαναν δλδ θα ήταν να τσεκάρουν αν είναι εμβολιασμένος και να τον ξαναφέρουν), ούτε κάποια φιλοζωική, παρά το ότι επικοινώνησα μαζί τους, κι αφού ηρέμησε λίγο κι αυτός και μας κουνάει την ουρά μόλις μας δει, κατέβηκα και τον τάισα. Κι από εκεί που λέγαμε αμάν και πότε να τον ξεφορτωθούμε, τώρα τον αναζητούμε και αναρωτιόμαστε που γυρνάει με τη βροχή. Αρχίσαμε να έχουμε την έννοια του, μέχρι που εμφανίζεται και πάλι και ουφ, ανακούφιση! Με γεια μας…

Advertisements