Καλοκαίρι*

Κοίτα πως μούδιασαν τα γόνατα
η ανάσα πως βγαίνει κοφτή
τα μάτια ξεχείλισαν λαχτάρες
δειλά η καρδιά κάνει γιορτή.

Κοίτα πως φώτισε το πρόσωπο
γέμισαν άνθη τα μαλλιά
ξυπνούν εικόνες και χορεύουνε
στου κοριτσιού την αγκαλιά.

Φύσηξε άνεμος κι ανάκατα
βγαίνουνε λόγια και φωτιές
σκορπούν, χτυπούν, σκάνε σαν κύματα
στου κοριτσιού τις ζωγραφιές.

Κοίτα πως φούντωσαν οι θύμησες
παίρνουνε χρώμα οι πνοές
παιχνίδια παίζουνε τα όνειρα
μοσχοβολούν οι διαδρομές…
~

Αντίγραφο από my_flower
* Αφιερωμένο στους έρωτες που παρασύρθηκαν από τις συγκυρίες –  αν υπάρχουν τέτοιοι, στις αγάπες που δε χάθηκαν στο χρόνο- αν ήταν αληθινές, στα αισθήματα που ξεδιπλώθηκαν αβίαστα και χωρίς συστολή.

 

Όλγα / Ιούλιος 2014

ΥΓ: Τους στίχους αυτούς έγραψα τις πρώτες μέρες του Ιουλίου του 2014 και όπως μου συμβαίνει τις περισσότερες φορές που γράφω, ήταν σαν να τους ήξερα ήδη από πριν. Δεν έγινε σχεδόν καμία επεξεργασία ή διόρθωση.
Είναι προφανές – υποθέτω – οτι είναι αφιερωμένοι στην «πηγή» της έμπνευσής μου ♥ 

Advertisements

Αυτή. Όπως στον έρωτα κι αυτή.

VB                              via
Ε
ξαιρετικά μυστήρια… Μυστήρια και ανεξήγητη. Δεν ακολουθεί κανόνες, δεν έχει αναλογίες, δεν πατάει σε γνωστά και γνώριμα. Αντιθέτως, στηρίζεται στο πουθενά και χτυπάει σαν κεραυνός. Όσο μπορεί να αγγίξει τον έναν άλλο τόσο αδιάφορη και ανάξια λόγου μπορεί να είναι για τους άλλους.

     Κάπως έτσι προφανώς προκύπτουν κάτι ζευγάρια εντελώς ασύμβατα μεταξύ τους – εμφανισιακά τουλάχιστον. “Μα τι της βρήκε … μια χαρά παιδί”, “Δε μπορεί, κάτι του βρήκε, δυο μέτρα κοπελάρα” λένε και πάει το μυαλό απευθείας στο πονηρό ή στο οικονομικό συμφέρον. “Κάτι θα έχει που εμείς δεν το βλέπουμε” λένε άλλοι και η αλήθεια είναι ότι πέφτουν εν αγνοία τους πιο κοντά στην αλήθεια.

     Δεν έχει να κάνει με την εξωτερική εμφάνιση. Καθόλου. Μπορεί να έχει στομαχάκι, κοιλιά, κιλά απωθητικά περισσότερα ή και λιγότερα, κακή άρθρωση, έλλειψη αισθητικής, ελλιπές ή υπερβολικά αταίριαστο ύψος, στραβή μύτη. Έχει όμως κι εκείνο το “κάτι”… στο βλέμμα πιο πολύ και κατά προτίμηση –  που μαγνητίζει και καθηλώνει. Που κάνει το σώμα να μουδιάζει στιγμιαία, το λαιμό να στεγνώνει, το στομάχι να κάνει βουτιά στο κενό, το μυαλό να σταματά στην κυριολεξία και την καρδιά να τρεμουλιάζει. Έχει πιθανόν εκείνο το άγγιγμα που στέλνει ρεύμα σε όλο το κορμί, σαν σε μετάγγιση. Μπορεί να είναι ήχος, ψίθυρος. Μια μυρωδιά μοναδική που ξυπνά τα πάθη και τα όνειρα… και παρασύρει … άλλοτε ευχάριστα, άλλοτε ηδονικά, κουραστικά, ακόμη και ενοχικά χωρίς να μπορεί κανείς να πατήσει φρένο. Ενας έρωτας είναι, από όπου και αν πηγάζει… από γνώσεις, θαυμασμό, στάτους και δεξιότητες.


Πέπλο είναι, σύννεφο από χρυσόσκονη σε κάθε κίνηση, στα βήματα, στις αναπνοές…. δεν τη βλέπουν όλα τα μάτια, ασφαλώς όχι. Κάποια όμως κοιτάζουν με άλλο τρόπο όταν διασταυρωθούν μαζί της!

     Ανοίγει δρόμους ενδεχομένως, όπως και η περιέργεια άλλωστε.  Σίγουρα οδηγεί στα «κόκκινα» και ωθεί στα άκρα. Ξεσηκώνει, ανακατώνει τη ψυχή και τελικά ξεμυαλίζει… πολλές φορές για καλό. Ξυπνά δυνάμεις εσωτερικές που οδηγούν σε μεγαλουργήματα, χείμαρρο κάνει το μυαλό και αυτό ξεδιπλώνεται κερδίζοντας λαμπρούς επαίνους και διακρίσεις, γεννά ιδέες,  φέρνει ένταση και ικανοποίηση.

    Ωστόσο, όσο παραγωγική άλλο τόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι. Οι δρόμοι που ξεδιπλώνει μπροστά στα θύματά της δεν είναι πάντα αποδοτικοί ούτε οι πιο ασφαλείς. Μαζί της πάντα μπλέκεται η υπερβολή. Κάθε είδους. Τα δάκρυα και το πάθος. Κάθε είδους. Αδιάφορο αν αυτά προκύπτουν από ένα συγγραφικό έργο, κάποιο μουσικό κομμάτι, έναν απωθημένο ή ανεκπλήρωτο έρωτα … τις πιο πολλές φορές είναι ορατό το που θα βγάλει η συναναστροφή μαζί της. Η λογική δεν συμμορφώνεται, αντί όμως να σταματήσει κανείς, αφήνεται, παρασύρεται συνειδητά γιατί μαζί της νιώθει την ηδονή. Και πάλι κάθε είδους. Είναι τόσο ισχυρά αδύναμο το θύμα της που ενώ μπορεί να πιαστεί από κάπου για να μην παρασυρθεί δεν το κάνει. Οι συνέπειες, καλές και κακές, είναι αναπόφευκτες σε όλες τις μορφές της. Αφήνεται συνειδητά στα δίχτυα της κι αυτή με θράσος στιγματίζει τη ψυχή του. Αυτή. Όπως στον έρωτα κι αυτή. Η γοητεία

ΥΓ: Το πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο blog Μικροί Μεγάλοι (διαβάστε το εδώ) και τροποποιήθηκε για τις ανάγκες ενός Εργαστηρίου Δημιουργικής Γραφής.

ΥΓ: Ευχαριστώ τη φίλη μου Νάντια Δουλαβέρα (απολαύστε τις ιστορίες του Bebisthoughts) για τη βοήθειά της και τις πολύτιμες συμβουλές της. 🙂

Σας φιλώ,
Όλγα

Σε θέλω πίσω ρε!

Τελικά υπάρχει, μπορεί να υπάρξει φιλία ανάμεσα σε έναν άντρα και μία γυναίκα;

Αγνή, καθαρή, σκέτη φιλία; Μπορεί να απαντηθεί αυτό το ερώτημα; Λέγονται τόσο πολλά πάνω στο θέμα και με τόση ευκολία. Με τόση σιγουριά.
Μήπως οι προκαταλήψεις δεν μας αφήνουν να δούμε καθαρά; Μήπως πολύ εύκολα προδικάζουμε ότι βλέπουμε χωρίς στην ουσία να το κοιτάμε αληθινά; Μήπως τελικά οι ίδιες μας οι ανασφάλειες μας θολώνουν τα μάτια και παρεξηγούμε τα πράγματα απλά και μόνο από φόβο επειδή δεν ξέρουμε πως να διαχειριστούμε σχέσεις και καταστάσεις; Μήπως γι’αυτό θεωρούμε ότι είναι ύποπτες, περίεργες και σώνει και ντε κάτι κρύβουν; Ίσως αυτό είναι πιο εύκολο, να τα τσουβαλιάζεις όλα μαζί χωρίς να παιδεύεσαι να κάνεις διαχωρισμούς. Χωρίς σκέψη.

Έτσι μάθαμε. Με αυτές τις απόψεις γαλουχηθήκαμε. Είσαι γυναίκα και άρα ένας άντρας σε βλέπει μόνο πονηρά και στο μυαλό του έχει μόνο ένα πράγμα. Ακόμη και αν είναι μικρότερος, πολύ μεγαλύτερος, παντρεμένος ή μη. Ακόμη κι αν είναι ευτυχισμένος, ακόμη και αν είναι συνάδελφος, φίλος, κουμπάρος, γείτονας, ο φούρναρης ή ο διευθυντής του σχολείου του παιδιού σου.  Αν είσαι άντρας, μια γυναίκα σε πλησιάζει μόνο για να σε τυλίξει. Αν είναι και λίγο όμορφη είναι σίγουρα ύπουλη και ξεχειλίζει δόλο. Ένα τρίτο πρόσωπο είναι πάντα κακόβουλο και πάντα φταίει. Η ύπαρξή του και μόνο σημαίνει πονηριά. Πάντα φέρνει ή θα φέρει την καταστροφή, έτσι μάθαμε.

Μόνο που την καταστροφή τη φέρνουμε μόνοι μας. Δεν υπάρχουν τρίτα πρόσωπα και αηδίες. Υπάρχουν μόνο κομπλεξικοί άνθρωποι από όλες τις πλευρές και σε κάθε περίπτωση.

…………………………………………………………

Με τον Λ. δεν μπορώ να πω ακριβώς ότι μεγαλώσαμε μαζί.
Τουλάχιστον όχι με την έννοια των οικογενειακών δεσμών. Οι γονείς μας είχαν απλά τυπικές σχέσεις αμοιβαίας εκτίμησης και συμπάθειας αλλά όχι κάτι περισσότερο. Ήμασταν μαζί από την πρώτη δημοτικού χωρίς τότε να κάνουμε πολλή παρέα.

Εκείνος ήταν πάντα το καλό και ευγενικό παιδί που φρόντιζε για όλους και κυρίως προστάτευε τους πάντες. Στο σχολείο, στα παιδικά τότε πάρτι, στη γειτονιά. Πολύ καλός μαθητής, πάντα περιποιημένος, ψηλότερος από όλους, ατσαλάκωτος, σούπερ πρόθυμος και ευγενικός τόσο που έμοιαζε μεγαλύτερος από την ηλικία του. Το προφίλ του «καλού παιδιού». Μεγαλώνοντας κράτησε και πλούτισε όλα αυτά τα χαρακτηριστικά του. Ήταν αυτός που οπωσδήποτε θα σου κρατούσε το παλτό για να το φορέσεις αλλά κυρίως θα έβγαζε το σακάκι του για να μην κρυώσεις. Χωρίς δεύτερη σκέψη από τη μεριά του, χωρίς καν πρώτη από τη δική σου.

Μετά το δημοτικό πήγαμε σε διαφορετικά σχολεία αλλά δεν ξέρω πως (η ασθενής μου μνήμη δεν με βοηθά ξέρετε με τις λεπτομέρειες) βρεθήκαμε να κάνουμε παρέα. Όλο και πιο πολύ. Γίναμε κολλητοί. Εκείνος πέρασε στο Πολυτεχνείο κι εγώ από πίσω του. Εγώ τελείωσα τις σπουδές μου στη διακόσμηση, εκείνος εκεί. Παντού και στα πάντα. Πάρτι (πω πω τι πάρτι!), θέατρα, σινεμά, βόλτες στην παραλία, συναυλίες, βόλτες στις βιτρίνες, πάνω κάτω … άλλοι με θεωρούσαν συμφοιτήτρια και αν όχι όλοι, οι περισσότεροι μας θεωρούσαν ζευγάρι. Κάποιοι θα ήθελαν να ήμασταν. Δεν ήμασταν. Δεν υπήρξαμε ποτέ.

Εμείς ήμασταν μόνο κολλητοί.
Κι ας έβγαζε ξαφνικά ένα τριαντάφυλλο μέσα από το σακάκι του όταν ερχόταν να με πάρει. Κι ας μου αγόραζε για έκπληξη τις γόβες που είχα βάλει στο μάτι στη βόλτα που είχαμε κάνει νωρίτερα μαζί. Κι ας άφηνε τα πάντα για να έρθει όταν τον ζητούσα. Ήταν για μένα κάτι σαν μεγάλος αδελφός και φίλη κολλητή.  Το πόσα είπαμε, δε λέγεται. Στην κυριολεξία! Λεπτομέρειες της ζωής μας που είμαι σίγουρη ότι κανείς άλλος δεν ήξερε και πιθανόν δεν έμαθε ποτέ! Ήταν πάντα «εκεί».  Στην αγκαλιά του έριξα κουβάδες δακρύων για ανεκπλήρωτους έρωτες και ανάλογες απογοητεύσεις και αντίστοιχα μέχρι που έκλεινα τα αυτιά μου στις εξωφρενικά λεπτομερείς αφηγήσεις των δικών του ερωτικών πόνων ή επιτυχιών … «Πάψεεε, δεν θέλω να ακούω!» έλεγα. «Μα σε ποιον θα τα πω; άκου!» έλεγε. Καταστρώσαμε μαζί σχέδια επί σχεδίων για την κατάκτηση των επόμενων … κινούμενων στόχων μας… αναλύσαμε ώρες ατελείωτες και σε ατελείωτους περιπάτους στο πουθενά τις συμπεριφορές, τις κινήσεις, τα συναισθήματα. Τα προσωπικά μας προβλήματα, τα οικογενειακά, τα πάντα… Μπαινόβγαινα σπίτι του κι εκείνος στο δικό μου. Οικογένεια.

Κάναμε άθελά μας χαλάστρες ο ένας στον άλλο καθώς πολλές θαυμάστριες με θεωρούσαν επικίνδυνη ή ύποπτη. Πολλές άλλες δεν μπόρεσαν να δεχτούν μια κολλητή-φίλη-αδελφή που όμως ο καλός τους αποκαλούσε «γλύκα», βουτούσε με θέρμη  και φιλούσε πεταχτά στο λαιμό μπροστά στα μούτρα τους. Ένα δίκιο το είχαν από τη μεριά τους εδώ που τα λέμε. Πως να το καταλάβουν αυτό που είχαμε και πως να το δεχτούν! Άλλες πάλι, απογοητευμένες που δεν έβρισκαν ανταπόκριση, στρέφονταν σε μένα για παρηγοριά, εμένα που τον ήξερα καλά και όλο και μια καλή κουβέντα θα μπορούσα να του πω για να του αλλάξω τα μυαλά! Το έκανα και αυτό. Παρηγόρησα για χατήρι του μέχρι και δια αλληλογραφίας. Πράγματι! Αντίστοιχα, όσοι είχαν στο μυαλό τους να με πλησιάσουν, σίγουρα το ξανασκέφτονταν ή απλά αναρωτιόταν για το ρόλο του στη ζωή μου. Κι εκείνος με άκουγε, με συμβούλευε ή μου μετέφερε τα πιο ζουμερά κουτσομπολιά τηλεφωνικώς ακόμη και από εκατοντάδες χιλιόμετρα …

Ήταν το πασπαρτού μου για τις φορές που ήθελα να γυρίσω αργά – θα είμαι με τον «Λ» έλεγα και έπαιρνα κατά μία έννοια ελευθέρας από τους δικούς μου – άλλωστε πάντα σιγουρευόταν ότι με πήγε σπίτι, νυσταγμένη, πιωμένη, χαρούμενη, ερωτευμένη, κλαμμένη, κουρασμένη ή ότι άλλο, αλλά πάνω από όλα ασφαλή!
Τόσο πολύ κυκλοφορούσαμε μαζί που όταν χρειαζόταν να κάνουμε τη διευκρίνηση ότι «δεν είμαστε μαζί» θεωρούσαν ότι όχι πλέον!

Μαζί γελάσαμε μέχρι δακρύων και ξεγυμνώσαμε τις ψυχές μας (μόνο) μέχρι αηδίας. Είπαμε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για τα πάντα. Χορέψαμε, ξενυχτίσαμε, διαβάσαμε, είδαμε τηλεόραση, είπαμε βλακείες, κάναμε ψώνια, πήγαμε σε γάμους, κάναμε ποδαρικό, φάγαμε, ήπιαμε, μαγειρέψαμε, παίξαμε επιτραπέζια, σπρώξαμε μέσα στο ξημέρωμα, μετά από πάρτι και υπό βροχή σαν σε αμερικάνικη ταινία – εκείνος δηλαδή – το αυτοκίνητό μου που είχε πάθει βλάβη, κουτσομπολέψαμε, αγκαλιαστήκαμε, κλάψαμε, μοιραστήκαμε …

Όλοι, κυρίως οι μεγαλύτεροι, περίμεναν ότι από σε στιγμή σε στιγμή κάτι θα προέκυπτε μεταξύ μας, επιτέλους θα καταλαβαίναμε αυτό που τάχα ήταν ορατό και απολύτως αναμενόμενο και ότι επιτέλους η σχέση μας θα έπαιρνε το δρόμο που της ταίριαζε, θα γινόμασταν ζευγάρι. Μα δεν. «Είμαστε φίλοι!» έλεγα. «Μα δεν υπάρχει τέτοια φιλία» μας έλεγαν. Γελούσαμε. Μας πρήξατε! Μα και βέβαια υπάρχει! Εμείς! 

Μετά το πανεπιστήμιο έφυγε στο εξωτερικό. Μου ήρθε περίεργα. Ποιος θα συμμάζευε τα μυαλά μου; σε ποιον θα έλεγα τώρα τα πάντα και ποιος θα με άκουγε ότι ώρα ήθελα να λέω ξανά και ξανά τα ίδια; ποιος θα μου έλυνε τα άλυτα αντρικά μυστήρια; (έτσι κι αλλιώς άλυτα παραμένουν αλλά τουλάχιστον κάποιος με άκουγε).  Μου έστελνε κάρτες με μισόλογα, τηλεγραφικά, σύντομα μηνύματα με ορνιθοσκαλίσματα γράμματα λέγοντας ότι δεν τα πάει καλά με το γραπτό λόγο και εγώ τον έβριζα για τις χαζομάρες που μου έγραφε. Κι εκείνος γελούσε. Γνωστοί και φίλοι  μάθαιναν από μένα τα νέα του. Μέχρι και πρόσωπα που δε γνώριζα καλά,  ρωτούσαν εμένα τι κάνει όταν τύχαινε να με συναντήσουν.  Ξεχνούσε πάντα τα γενέθλιά μου και όποτε κατάφερνε να τα θυμηθεί, ήταν σωστή η ημερομηνία αλλά λάθος ο μήνας … Άλλοτε το αντίστροφο…  «Φέτος σε θυμήθηκα!» έγραφε η κάρτα που έλαβα μια χρονιά μαζί με λουλούδια, με λάθος ημερομηνία…

note

Τα χρόνια πέρασαν…
Επέστρεψε γεμάτος εμπειρίες. Καμάρωνα πάντα και χαιρόμουν πάντα για ότι καλό έκανε στη ζωή του. Λίγο η ζωή, λίγο ή και πιο πολύ ο έρωτας που τον χτύπησε προφανώς για τα καλά, τον κράτησαν μακριά από τη Θεσσαλονίκη. Δύσκολο να το συνηθίσω. Κατά ένα περίεργο τρόπο, οι άνθρωποί μου, οι πιο αγαπημένοι μου, είναι μακριά. Σαν την Ε. Στην πορεία έκανε οικογένεια, το ίδιο κι εγώ… ονειρευόμουν μια ανοιχτή, ζεστή, οικογενειακή πλέον σχέση όλων μας που θα έφτανε στα βαθιά γεράματα και έτσι έμοιαζε πως ήταν. Βρισκόμασταν με την ίδια ζεστασιά και αγάπη απλά τώρα ήμασταν τέσσερις…

Είναι όμως, όπως φαίνεται, πραγματικά δύσκολο για μια γυναίκα να αποδεχτεί μια άλλη ως κολλητή του άντρα της. Και ειδικά αν έχουν άπειρες ιστορίες να διηγηθούν από τις οποίες εκείνη φυσιολογικά λείπει. Είναι δύσκολο να ακούει για πρόσωπα, μέρη και γεγονότα για τα οποία δεν έχει την παραμικρή ιδέα. Και ακόμη πιο δύσκολο να δεχτεί τα συναισθήματα και την έκδηλη οικειότητα. Αντίστοιχα δύσκολο, ίσως και πιο πολύ να είναι και για έναν άντρα να δεχτεί τον κολλητό της συντρόφου του χωρίς να τριγυρίζουν στο μυαλό του περίεργες απορίες …   Το κατανοώ. Μέχρι ένα σημείο. Το είχα στο μυαλό μου και προσπάθησα – νομίζω επιτυχώς – να βάλω τον εαυτό μου στη θέση που πλέον του αναλογούσε. Συγχρόνως τον έβαζα με τη σειρά στη θέση όλων για να κρατώ τις ισορροπίες. Νόμισα ότι τα είχαμε καταφέρει. Νόμισα ότι φυσικά και γίνεται. Ο κολλητός μου, η γυναίκα του, ο άντρας μου κι εγώ. Διαπίστωσα εντελώς ξαφνικά και μάλιστα μετά από χρόνια, απρόσμενα, αναπάντεχα και με απορία ότι όλα ήταν μια τρύπα στο νερό… σαν ένα μεγάλο κύμα που τα παρέσυρε όλα… δεν πρόλαβα καν να μαζέψω την πετσέτα μου από την άμμο, τόσο ξαφνικά.

Ομολογώ ότι δεν έτυχε ποτέ να βρεθώ στην απέναντι θέση…
Μπορεί κι εγώ, αν ένιωθα κάποια ενόχληση, να μην μπορούσα να την εκλογικεύσω, να μην το κατάφερνα … μπορεί κι εγώ κάποια στιγμή να ένιωθα ότι φτάνει, ως εδώ με τα κολλητιλίκια, μπορεί να μπούχτιζα με τις ιστορίες από το αδελφικό παρελθόν τους. Είναι και θέμα νοοτροπίας, πως έχει μεγαλώσει ο καθένας μας, τι έχει καταγραφεί μέσα του. Μπορεί και να αναρωτιόμουν τελικά  πόσο αδελφικό ήταν όλο αυτό – θα το έκανα σίγουρα δηλαδή, ποια δεν θα το έκανε, κακά τα ψέμματα …  μπορεί να έκανα κι εγώ κάποια στιγμή την έκρηξη και να τα έκανα όλα λίμπα … μπορεί όμως και όχι. Τι να πω.

Είχαν δίκιο δηλαδή όσοι μου έλεγαν ότι δεν μπορεί να υπάρχει φιλία ανάμεσα σε έναν άντρα και μία γυναίκα;
Συνεχίζω να μη το δέχομαι. Εγώ το έζησα.

Όχι ότι δεν μπορεί να γεννηθεί, να μεγαλώσει και να είναι δυνατή και αγνή μια τέτοια σχέση, αλλά κάποια στιγμή, κάποιος δεν θα μπορέσει να τη δεχτεί. Πιθανότατα. Για όποιους λόγους. Με αυτή την έννοια, ίσως και να μη μπορεί να υπάρξει.

Αυτό το «για πάντα» τελικά είναι «μέχρι να«;;; Δεν μου αρέσει…

Ξαφνικά – έμοιαζε με «ξαφνικά» – και σαν σεισμός, σαν έκρηξη, έγιναν πολλά και στην ουσία τίποτα. Και πάει. Σχεδόν χαθήκαμε. Ουσιαστικά όμως χαθήκαμε τελείως. Τι να τα κάνω τα τυπικά «χρόνια πολλά» και το «Καλό Πάσχα»; Τι να τις κάνω τις υποσχέσεις … Εμείς οι δύο χαθήκαμε. Αυτό το μεταξύ μας. Πάει. Κενό. Και ακόμη δεν ξέρω γιατί.

Και τώρα; εγώ τι κάνω; αυτός τι κάνει; εδώ και τόσο καιρό … πού είναι ο μεγάλος μου αδελφός; πού είσαι; σε χρειάζομαι. Μου λείπεις! Ποιος θα με ακούσει όπως εσύ; πόσα θα σου είχα πει, καλά, άσχημα, αστεία … πόσες φορές νοστάλγησα εκείνες τις φορές τις αμέτρητες που ήξερα ότι μπορούσα να πω τα πάντα, που έλεγα τα πάντα, που ήξερα ότι θα άκουγες τα πάντα … κι ας με κατσάδιαζες μετά. Πόση κατσάδα!!! Μα είχα που να αδειάσω το μυαλό μου. Είχα το φίλο μου με ένα τρόπο διαφορετικό. Όχι ότι είμαι μόνη, αντιθέτως έχω την ευλογία να έχω φίλες, πραγματικές φίλες καρδιάς. ( http://mikroimegaloi.gr/blog/stis-files-mou ) Μα αυτό είναι κάτι άλλο.
Ούτε για την αντρική γνώμη και  κρίση τον ήθελα. Ούτε για να κρεμαστώ επάνω του. Μα για αυτή την ιδιαίτερη φιλία που λίγοι έχουν την τύχη να ζήσουν.

Για σένα τα λέω, τον κολλητό μου. Ξέρω ότι με νοιάζεσαι. Σε θέλω πίσω. Όπως πριν. Δε με νοιάζει τι έγινε. Μπορεί να ξέρω, μπορεί να κάνω και λάθος. Δε θέλω να μάθω. Από εκεί που μείναμε. Όχι «σαν», όχι «περίπου». Αλλά «όπως«. Όπως πριν.
Σε θέλω πίσω ρε.

Όλγα

(ΥΓ: γίναμε «ρόμπες» στο διαδίκτυο, τι κατάλαβες;)

Ρομαντική, όχι δε με λες.

Μου λένε ότι είμαι συναισθηματική.

Δεν το αρνούμαι αλλά δεν μπορώ να κρίνω το βαθμό. Μου λένε ότι όσο περνούν τα χρόνια γίνομαι όλο και περισσότερο. Δεν μου αρέσει. Κακώς, μου λένε. Εγώ επιμένω. Αν το συναίσθημα πάει με το ρομάντζο εγώ παρ’όλα αυτά ρομαντική δεν θα έλεγα ότι είμαι.

Αστέρια που πέφτουν, ηλιοβασιλέματα που χάνονται, αναμμένα κεριά που σχηματίζουν καρδιές το ένα δίπλα στο άλλο, ροδοπέταλα στους διαδρόμους και με τις χούφτες απλωμένα πάνω στα στρώματα πιο πολύ σαρκασμό και ειρωνεία μου βγάζουν παρά ρομαντική διάθεση. Ίσως γιατί όπως έχω ξαναπεί απεχθάνομαι τα κλισέ και όλα αυτά μοιάζει σαν να βγαίνουν από εγχειρίδια και βιβλία του τύπου “χίλιοι και ένας τρόποι να πνιγείτε στα μέλια”. Ωστόσο, να μην παρεξηγηθώ, κεριά ανάβω καθημερινά, ακόμη και αν είμαι μόνη μου.

Να μην πω για τις εκπλήξεις τύπου “το δαχτυλίδι μέσα στο ποτήρι της σαμπάνιας” … ένας πολύ καλός φίλος κόντεψε να πνίξει έτσι τον έρωτα της ζωής του πριν καλά καλά προλάβει να τον κατακτήσει. Ευτυχώς για όλους, η κοπελίτσα δεν κατάπιε το αντικείμενο της εξομολόγησης, το δαχτυλίδι βρέθηκε, η κοπέλα σώθηκε και περιέργως αποδέχτηκε και τον έρωτά του! Τι να πω… Εγώ αντιθέτως θα του είχα φορέσει το δαχτυλίδι στο λαιμό αν αυτό ήταν δυνατό. Όχι γιατί θα είχα κινδυνεύσει να πνιγώ και να χαθεί και το δαχτυλίδι (πολύ σημαντικά και τα δύο), αλλά γιατί όλο αυτό το σκηνικό, απλώς δεν μου πάει! Άρα ρομαντική, με αυτή την έννοια τουλάχιστον, όχι, δε με λες.

Συναισθηματική, οκ.

Κλαίω εύκολα αλλά και δύσκολα. Ανάλογα. Αλλά όχι κοιτώντας ένα λουλούδι που προμηνύει την άνοιξη, ούτε γράφοντας το όνομα του αγαπημένου μου στην άμμο (ήμαρτον!) … Κλαίω μέσα μου στη θέα ενός αδέσποτου μεγάλου σκύλαρου που παρά το μεγάλο του μέγεθος που όσο να’ ναι υποδηλώνει μια θέση δύναμης, τρέμει από το κρύο κουλουριασμένος στο πατάκι – αν υπάρχει και αυτό – στην είσοδο μιας πολυκατοικίας ή στη χειρότερη περίπτωση σε μια λακκούβα στο γρασίδι. Μόνος. Και πιθανότατα και πεινασμένος. Και ο κόσμος φοβάται να περάσει από δίπλα του γιατί “σίγουρα” είναι πολύ άγριος, ενδεχομένως άρρωστος και σαφώς επικίνδυνος.

Όταν βλέπω ένα ζευγάρι γεράκους, πολύ γεράκους, που με κόπο σηκώνονται από τις θέσεις τους στο λεωφορείο γιατί ήρθε η ώρα να κατεβούν και ο παππούς απλώνει το χέρι στη γιαγιά για να τη βοηθήσει και της λέει “έλα κορίτσι μου” … κι εκείνη τον ακολουθεί, κατεβαίνουν μαζί με δυσκολία και περπατούν χέρι χέρι … ότι και αν είναι αυτό, έρωτας, βαθιά αγάπη ή συντροφικότητα είναι υπέροχο, ζηλευτό και μου φέρνει δάκρυα.

Όταν βρίσκω κάτω από το μαξιλάρι μου το ραβασάκι του παιδιού μου γεμάτο γλυκόλογα συγκινούμαι, ίσως και να κλαίω αλλά όχι γιατί είμαι ρομαντική ή συναισθηματική, απλά γιατί είμαι μαμά και άρα αυτό δεν είναι κριτήριο που θα με χαρακτηρίσει έτσι ή αλλιώς. Συμβαίνει λίγο πολύ σε όλες τις μαμάδες και άρα δεν πιάνεται! Το αφήνω στην άκρη. Αντίστοιχα και ταινίες, εικόνες και σκηνές με παιδάκια σε ανάλογα σενάρια με κάνουν με μια λέξη “κομμάτια”.

Δακρύζω και στις συναυλίες. Στα ακούσματα της μουσικής που με κάνει να ανατριχιάζω. Έκρηξη είναι εκείνα τα δάκρυα, έκρηξη πάθους! Έχω ξαναπεί για τη μουσική που αγαπώ. Λατρεύω τον Φραγκούλη, και όχι μόνο. Μου αρέσει, τραγουδάει για μένα, χάνομαι (κάποιοι κοροϊδεύετε, σας βλέπω!). Λατρεύω τα συμφωνικά έργα, τα χορωδιακά επίσης. Οκ, θα ακούσω και την … «Πριγκηπέσσα» αλλά υπό προϋποθέσεις 😉 (ποιος την τραγουδάει και τι έχω πιει – άλλο θέμα αυτό). Αλλά δεν θα κλάψω. Μα αν καταφέρει να με συνεπάρει ο εκάστοτε ερμηνευτής της … τότε μπορεί και να λιώσω. Όλα είναι σχετικά λοιπόν, άλλωστε η μουσική όπως είπα κι άλλη φορά είναι μία.

Ρομαντική να μην είμαι αλλά τα πάθη να με γοητεύουν και το μυαλό μου ενίοτε να κυβερνούν δεν ξέρω πώς γίνεται και δεν μπορώ να το εξηγήσω. Ούτε και με νοιάζει βέβαια πολύ … θεωρίες είναι έτσι κι αλλιώς. Ονειρεύομαι δυνατές συγκινήσεις, θα ήμουν έτοιμη να ζήσω στα κόκκινα, μόνο και μόνο για να αξίζουν κάποιες στιγμές. Ονειρεύομαι ότι παρασύρομαι από την τόλμη ή το θράσος κάποιων που έχουν τα κότσια, το σθένος ή και τη ξεδιαντροπιά ακόμη να πάρουν ρίσκα και μεγάλες αποφάσεις.

Με συγκινούν οι λεπτομέρειες, οι λεπτές κινήσεις, το savoir- faire. Μου αρέσει ο άντρας που ανοίγει την πόρτα στη γυναίκα που συνοδεύει, άσχετα με το αν είναι η γυναίκα του ή όχι. Μου αρέσει όμως όταν το κάνει αβίαστα, αυθόρμητα, ακόμη και όταν είναι θυμωμένος και χωρίς να ακολουθεί το σχετικό manual … τότε έχει γοητεία

Αυτά όμως δεν είναι ρομαντισμός με την ευρύτερη έννοια. Είναι οι λεπτές κινήσεις που κάνουν τις στιγμές – και τους ανθρώπους – να ξεχωρίζουν. Οι σκέψεις, τα λόγια, τα βλέμματα. Τα αυθόρμητα, γνήσια και πηγαία. Και όχι τα ηλιοβασιλέματα, τα φεγγάρια και τα μαδημένα ροδοπέταλα. Ειδικά το τελευταίο! Μη μου τύχει!

Λατρεύω τα καθαρά, ξεκάθαρα λόγια και τους ανθρώπους που τα προτιμούν. Αυτούς που λένε καθαρά τι θέλουν, δείχνουν φανερά τι προσδοκούν, δηλώνουν ακομπλεξάριστα τι νιώθουν. Από μικρή κοπελίτσα ξενέρωνα θανατερά με τις ατέλειωτες εικασίες και προσπάθειες αποκρυπτογράφησης μιας μισοτελειωμένης κίνησης, ενός βλέμματος θολού που δεν συνοδευόταν από τίποτα, ούτε από λόγια, μιας διφορούμενης κουβέντας, μιας σιωπής που δεχόταν πολλές ερμηνείες … πόσο κουραστικό!
Μπορεί να κλάψω με ένα φιλί, να δακρύσω γιατί κάποιος με σκέφτηκε ακριβώς όπως θα ήθελα ή γιατί είπε τα λόγια που ακριβώς ονειρευόμουν να ακούσω. Σε όποιο θέμα. Σε όποια στιγμή. Δεν θα τρέξω όμως στην υγρή αμμουδιά για να δω την πανσέληνο εκτός κι αν έτσι προκύψει. Κι αν προκύψει, λίγο θα με νοιάζει αν έχει πανσέληνο, δεν θα είναι αυτή που με έκανε να συρθώ και να γεμίσω άμμο! (το να γεμίσω άμμο αλήθεια είναι ότι πολύ θα το σκεφτώ σε όποια περίπτωση).
Ο γιος μου ωστόσο δείχνει για την ώρα να είναι πιο ξεκάθαρα ρομαντική ψυχή. Βλέπει τον ουρανό, παρατηρεί τα σύννεφα και μου λέει εκστασιασμένος πως μοιάζουν με υπέροχο πίνακα, ε μαμά;  … τον κοιτάζω υπό γωνία και αναρωτιέμαι που τα βρίσκει και τα λέει. Η φύση εμένα προσωπικά δεν με συγκίνησε ποτέ. «Βλέπει βραζιλιάνικες μεταγλωτισμένες σειρές, δεν εξηγείται διαφορετικά» λέει η κολλητή μου. «Αυτό από εσένα δεν το πήρε»! Τον παρακολουθώ στενά, να δω πώς θα εξελιχτεί!

Όπως και να έχει, ο καθένας γοητεύεται, ονειρεύεται και προσδοκά σύμφωνα με αυτά που κάνουν το μυαλό του να ανατριχιάζει. Αυτά που το κάνουν να πάρει μπρος και να τολμήσει. Μια αλλαγή, μια δοκιμή, έστω ένα βήμα πιο πέρα, οτιδήποτε. Ρομάντζο ή συναίσθημα, μπορεί να είναι τελικά πάνω κάτω το ίδιο. Δεν χωρά κριτική, δεν επιδέχεται αλλαγές. Όπως το δει κανείς.

Σας φιλώ,

Όλγα