I am back. Η επιστροφή (μου).

Από πού να αρχίσω, τι να πω πρώτα, με ποια σειρά, ποια έχουν νόημα να μοιραστώ, ποια είναι αδιάφορα, χάθηκα λίγο. Από εδώ και μέσα σε κάτι από τυφώνα/καταιγίδα κλπ που ωστόσο κατέληξε σε … χμ, ουράνιο τόξο. Εξαιρετικό κλισέ! «Μετά την καταιγίδα βγαίνει το ουράνιο τόξο«. Οκ. Μάλλον αληθεύει όμως, όπως κι αν το διατυπώσει κανείς, γλυκανάλατα ή μη. Δυστυχώς βέβαια ισχύει μάλλον και το αντίστροφο. Όλα τα ανάποδα μαζί δηλαδή.

Πέρα από τα διάφορα που ενδεχομένως επιρρέασαν τον οίστρο μου, νιώθω σαν να στέρεψα κάπως. Όλα μου φαίνονται χιλιοειπωμένα, βαρετά, ανούσια, μας-τα-παν-κι-άλλοι, αδιάφορα … ενώ ξέρω πως δεν είναι έτσι.  Εκείνη η ορμή να προλάβω να γράψω όλα όσα σαν χείμμαρος έρχονταν στο κεφάλι μου, σαν να χάθηκε. Την ώρα που με έπαιρνε ο ύπνος έστηνα τις καλύτερες παραγράφους. Δεν έπιασε ποτέ το κόλπο με το μπλοκάκι στο κομοδίνο γιατί όποτε επιχείρησα να καταγράψω τις διαδρομές του μυαλού μου, μόλις έπιανα το μολύβι στο χέρι εκείνες ξεγλιστρούσαν πρόστυχα. Έτσι, προσπαθούσα να βάζω σημάδια στις σκέψεις μου για να τις ξαναβρώ άλλη ώρα με ηρεμία. Αρχικά λέξεων, σύμβολα εικόνων, διάφορα. Αυτό πολλές φορές έπιανε αν και στην πορεία πολλά εξαιρετικά «διαμάντια» έμπνευσης χάθηκαν στο παραλήρημα του πρώτου στάδιου του ύπνου μου. Νέισε – που έλεγε η γιαγιά η Όλγα στα βλάχικα. Κάτι σαν «κομμάτια να γίνει», «δε βαριέσαι», «it’s ok».

Η χρονιά που έφυγε κόντεψε να … με πάρει μαζί της!
Κι η άλλη πριν από αυτήν επίσης. Δούλευε η μια μετά την άλλη σταθερά και αργά, τόσο που δεν το πολυκαταλάβαινα. Θα μπορούσαν να τα είχαν καταφέρει αν τις άφηνα, ειδικά την τελευταία. Δεν κινδύνεψε η ζωή μου – γιατί λογικά θα απορείτε με τόσο πρόλογο – αλλά η ψυχική μου ηρεμία και ο  πραγματικός εαυτός μου που για κάποιο διάστημα έπαθε μετάλλαξη, ας το πούμε έτσι. Της ξεγλίστρυσα της άτιμης της χρονιάς στο τσαφ. Δεν της έκανα τη χάρη. Τα έφερα όλα τούμπα κι ας μου έφαγε τα συκώτια. Πάνω που νόμισα οτι στέρευα από δυνάμεις, σηκώθηκα πιο όρθια από ποτέ, δυνατή, αισιόδοξη, χαρούμενη, γεμάτη και χωρίς πληγές. Γίνεται. Το έκανα!
Χωρίς πληγές, θα πείτε, λίγο δύσκολο. Ίσως είναι αλήθεια. Το πιο σωστό είναι να πω «χωρίς ουλές«.

VB1

Δεν πρόκειται να καταφέρεις ποτέ και τίποτα αν δεν το επιχειρήσεις στην πράξη γιατί χωρίς δράση, πολύ απλά δεν υπάρχει κανενός είδους εξέλιξη. Τόσο απλά. Και τελικά ισχύει, την πορεία μας την καθορίζουν οι επιλογές μας.
Θέλει και λίγη τόλμη, ναι. Όλοι την έχουμε. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Όλα μπορείς να τα αλλάξεις, εκτός κι αν προτιμάς να καταριέσαι την κακή σου τύχη αντί να παίρνεις στα χέρια σου τη ζωή σου.
Ότι δεν σου αρέσει, άλλαξέ το. Τρόπος υπάρχει, βρες τον. Ζήτα βοήθεια να τον βρεις μαζί με κάποιον που ξέρει να διαβάζει το χάρτη και θα σου πει από πού να πας για να μη κάνεις άσκοπους κύκλους γύρω από το ίδιο σημείο και τσάμπα φθείρεσαι. Άσε που στο τέλος θα χαθείς με τα πήγαινε έλα τα όπου να’ναι. Και θα είναι κρίμα.
Μοιάζει «μεγάλα λόγια έξω από το χορό» αλλά εγώ «χόρεψα» και άρα ξέρω τι λέω. Σαφώς υπάρχουν χειρότερα, σαφώς υπάρχουν καλύτερα.
Γεγονός είναι ότι η ζωή είναι μία. Δεύτερη δεν έχει. (Ελύτης, όχι εγώ.)

VB2              (σε ευχαριστώ Έφη για αυτή τη φωτογραφία)

… μου λένε οτι είμαι δυνατή. Δεν νιώθω έτσι. Μπορεί και να είμαι και απλά να μη το πολυπιστεύω. Τελικά νιώθω ευγνωμοσύνη. Για όσα έμαθα για τον εαυτό μου, για όσα έμαθα για τους άλλους. Για όσα ένιωσα… Και αγάπη, πολλή αγάπη. Στήριξη και συμπαράσταση και φροντίδα. Πολύτιμες φίλες (σας λατρεύω, κοντινές και μακρινές αγαπημένες μου) και άνθρωποι που βρέθηκαν στο δρόμο μου, ή εγώ στο δικό τους, που σήμερα με γεμίζουν χαρά. Κοιτάζω μπροστά και παρά το ότι δυσκολίες πάντα υπάρχουν και παντού, βλέπω φως.

Το ίδιο εύχομαι και για όλους εσάς για τη νέα χρονιά. Να είναι μια καλή χρονιά.
Να έχουμε υγεία, δύναμη, γεμάτη αγκαλιά, φωτεινό βλέμμα, γάργαρα γέλια.
Α! και … γεμάτα ποτήρια 😉

 

Όλγα

Σε θέλω πίσω ρε!

Τελικά υπάρχει, μπορεί να υπάρξει φιλία ανάμεσα σε έναν άντρα και μία γυναίκα;

Αγνή, καθαρή, σκέτη φιλία; Μπορεί να απαντηθεί αυτό το ερώτημα; Λέγονται τόσο πολλά πάνω στο θέμα και με τόση ευκολία. Με τόση σιγουριά.
Μήπως οι προκαταλήψεις δεν μας αφήνουν να δούμε καθαρά; Μήπως πολύ εύκολα προδικάζουμε ότι βλέπουμε χωρίς στην ουσία να το κοιτάμε αληθινά; Μήπως τελικά οι ίδιες μας οι ανασφάλειες μας θολώνουν τα μάτια και παρεξηγούμε τα πράγματα απλά και μόνο από φόβο επειδή δεν ξέρουμε πως να διαχειριστούμε σχέσεις και καταστάσεις; Μήπως γι’αυτό θεωρούμε ότι είναι ύποπτες, περίεργες και σώνει και ντε κάτι κρύβουν; Ίσως αυτό είναι πιο εύκολο, να τα τσουβαλιάζεις όλα μαζί χωρίς να παιδεύεσαι να κάνεις διαχωρισμούς. Χωρίς σκέψη.

Έτσι μάθαμε. Με αυτές τις απόψεις γαλουχηθήκαμε. Είσαι γυναίκα και άρα ένας άντρας σε βλέπει μόνο πονηρά και στο μυαλό του έχει μόνο ένα πράγμα. Ακόμη και αν είναι μικρότερος, πολύ μεγαλύτερος, παντρεμένος ή μη. Ακόμη κι αν είναι ευτυχισμένος, ακόμη και αν είναι συνάδελφος, φίλος, κουμπάρος, γείτονας, ο φούρναρης ή ο διευθυντής του σχολείου του παιδιού σου.  Αν είσαι άντρας, μια γυναίκα σε πλησιάζει μόνο για να σε τυλίξει. Αν είναι και λίγο όμορφη είναι σίγουρα ύπουλη και ξεχειλίζει δόλο. Ένα τρίτο πρόσωπο είναι πάντα κακόβουλο και πάντα φταίει. Η ύπαρξή του και μόνο σημαίνει πονηριά. Πάντα φέρνει ή θα φέρει την καταστροφή, έτσι μάθαμε.

Μόνο που την καταστροφή τη φέρνουμε μόνοι μας. Δεν υπάρχουν τρίτα πρόσωπα και αηδίες. Υπάρχουν μόνο κομπλεξικοί άνθρωποι από όλες τις πλευρές και σε κάθε περίπτωση.

…………………………………………………………

Με τον Λ. δεν μπορώ να πω ακριβώς ότι μεγαλώσαμε μαζί.
Τουλάχιστον όχι με την έννοια των οικογενειακών δεσμών. Οι γονείς μας είχαν απλά τυπικές σχέσεις αμοιβαίας εκτίμησης και συμπάθειας αλλά όχι κάτι περισσότερο. Ήμασταν μαζί από την πρώτη δημοτικού χωρίς τότε να κάνουμε πολλή παρέα.

Εκείνος ήταν πάντα το καλό και ευγενικό παιδί που φρόντιζε για όλους και κυρίως προστάτευε τους πάντες. Στο σχολείο, στα παιδικά τότε πάρτι, στη γειτονιά. Πολύ καλός μαθητής, πάντα περιποιημένος, ψηλότερος από όλους, ατσαλάκωτος, σούπερ πρόθυμος και ευγενικός τόσο που έμοιαζε μεγαλύτερος από την ηλικία του. Το προφίλ του «καλού παιδιού». Μεγαλώνοντας κράτησε και πλούτισε όλα αυτά τα χαρακτηριστικά του. Ήταν αυτός που οπωσδήποτε θα σου κρατούσε το παλτό για να το φορέσεις αλλά κυρίως θα έβγαζε το σακάκι του για να μην κρυώσεις. Χωρίς δεύτερη σκέψη από τη μεριά του, χωρίς καν πρώτη από τη δική σου.

Μετά το δημοτικό πήγαμε σε διαφορετικά σχολεία αλλά δεν ξέρω πως (η ασθενής μου μνήμη δεν με βοηθά ξέρετε με τις λεπτομέρειες) βρεθήκαμε να κάνουμε παρέα. Όλο και πιο πολύ. Γίναμε κολλητοί. Εκείνος πέρασε στο Πολυτεχνείο κι εγώ από πίσω του. Εγώ τελείωσα τις σπουδές μου στη διακόσμηση, εκείνος εκεί. Παντού και στα πάντα. Πάρτι (πω πω τι πάρτι!), θέατρα, σινεμά, βόλτες στην παραλία, συναυλίες, βόλτες στις βιτρίνες, πάνω κάτω … άλλοι με θεωρούσαν συμφοιτήτρια και αν όχι όλοι, οι περισσότεροι μας θεωρούσαν ζευγάρι. Κάποιοι θα ήθελαν να ήμασταν. Δεν ήμασταν. Δεν υπήρξαμε ποτέ.

Εμείς ήμασταν μόνο κολλητοί.
Κι ας έβγαζε ξαφνικά ένα τριαντάφυλλο μέσα από το σακάκι του όταν ερχόταν να με πάρει. Κι ας μου αγόραζε για έκπληξη τις γόβες που είχα βάλει στο μάτι στη βόλτα που είχαμε κάνει νωρίτερα μαζί. Κι ας άφηνε τα πάντα για να έρθει όταν τον ζητούσα. Ήταν για μένα κάτι σαν μεγάλος αδελφός και φίλη κολλητή.  Το πόσα είπαμε, δε λέγεται. Στην κυριολεξία! Λεπτομέρειες της ζωής μας που είμαι σίγουρη ότι κανείς άλλος δεν ήξερε και πιθανόν δεν έμαθε ποτέ! Ήταν πάντα «εκεί».  Στην αγκαλιά του έριξα κουβάδες δακρύων για ανεκπλήρωτους έρωτες και ανάλογες απογοητεύσεις και αντίστοιχα μέχρι που έκλεινα τα αυτιά μου στις εξωφρενικά λεπτομερείς αφηγήσεις των δικών του ερωτικών πόνων ή επιτυχιών … «Πάψεεε, δεν θέλω να ακούω!» έλεγα. «Μα σε ποιον θα τα πω; άκου!» έλεγε. Καταστρώσαμε μαζί σχέδια επί σχεδίων για την κατάκτηση των επόμενων … κινούμενων στόχων μας… αναλύσαμε ώρες ατελείωτες και σε ατελείωτους περιπάτους στο πουθενά τις συμπεριφορές, τις κινήσεις, τα συναισθήματα. Τα προσωπικά μας προβλήματα, τα οικογενειακά, τα πάντα… Μπαινόβγαινα σπίτι του κι εκείνος στο δικό μου. Οικογένεια.

Κάναμε άθελά μας χαλάστρες ο ένας στον άλλο καθώς πολλές θαυμάστριες με θεωρούσαν επικίνδυνη ή ύποπτη. Πολλές άλλες δεν μπόρεσαν να δεχτούν μια κολλητή-φίλη-αδελφή που όμως ο καλός τους αποκαλούσε «γλύκα», βουτούσε με θέρμη  και φιλούσε πεταχτά στο λαιμό μπροστά στα μούτρα τους. Ένα δίκιο το είχαν από τη μεριά τους εδώ που τα λέμε. Πως να το καταλάβουν αυτό που είχαμε και πως να το δεχτούν! Άλλες πάλι, απογοητευμένες που δεν έβρισκαν ανταπόκριση, στρέφονταν σε μένα για παρηγοριά, εμένα που τον ήξερα καλά και όλο και μια καλή κουβέντα θα μπορούσα να του πω για να του αλλάξω τα μυαλά! Το έκανα και αυτό. Παρηγόρησα για χατήρι του μέχρι και δια αλληλογραφίας. Πράγματι! Αντίστοιχα, όσοι είχαν στο μυαλό τους να με πλησιάσουν, σίγουρα το ξανασκέφτονταν ή απλά αναρωτιόταν για το ρόλο του στη ζωή μου. Κι εκείνος με άκουγε, με συμβούλευε ή μου μετέφερε τα πιο ζουμερά κουτσομπολιά τηλεφωνικώς ακόμη και από εκατοντάδες χιλιόμετρα …

Ήταν το πασπαρτού μου για τις φορές που ήθελα να γυρίσω αργά – θα είμαι με τον «Λ» έλεγα και έπαιρνα κατά μία έννοια ελευθέρας από τους δικούς μου – άλλωστε πάντα σιγουρευόταν ότι με πήγε σπίτι, νυσταγμένη, πιωμένη, χαρούμενη, ερωτευμένη, κλαμμένη, κουρασμένη ή ότι άλλο, αλλά πάνω από όλα ασφαλή!
Τόσο πολύ κυκλοφορούσαμε μαζί που όταν χρειαζόταν να κάνουμε τη διευκρίνηση ότι «δεν είμαστε μαζί» θεωρούσαν ότι όχι πλέον!

Μαζί γελάσαμε μέχρι δακρύων και ξεγυμνώσαμε τις ψυχές μας (μόνο) μέχρι αηδίας. Είπαμε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για τα πάντα. Χορέψαμε, ξενυχτίσαμε, διαβάσαμε, είδαμε τηλεόραση, είπαμε βλακείες, κάναμε ψώνια, πήγαμε σε γάμους, κάναμε ποδαρικό, φάγαμε, ήπιαμε, μαγειρέψαμε, παίξαμε επιτραπέζια, σπρώξαμε μέσα στο ξημέρωμα, μετά από πάρτι και υπό βροχή σαν σε αμερικάνικη ταινία – εκείνος δηλαδή – το αυτοκίνητό μου που είχε πάθει βλάβη, κουτσομπολέψαμε, αγκαλιαστήκαμε, κλάψαμε, μοιραστήκαμε …

Όλοι, κυρίως οι μεγαλύτεροι, περίμεναν ότι από σε στιγμή σε στιγμή κάτι θα προέκυπτε μεταξύ μας, επιτέλους θα καταλαβαίναμε αυτό που τάχα ήταν ορατό και απολύτως αναμενόμενο και ότι επιτέλους η σχέση μας θα έπαιρνε το δρόμο που της ταίριαζε, θα γινόμασταν ζευγάρι. Μα δεν. «Είμαστε φίλοι!» έλεγα. «Μα δεν υπάρχει τέτοια φιλία» μας έλεγαν. Γελούσαμε. Μας πρήξατε! Μα και βέβαια υπάρχει! Εμείς! 

Μετά το πανεπιστήμιο έφυγε στο εξωτερικό. Μου ήρθε περίεργα. Ποιος θα συμμάζευε τα μυαλά μου; σε ποιον θα έλεγα τώρα τα πάντα και ποιος θα με άκουγε ότι ώρα ήθελα να λέω ξανά και ξανά τα ίδια; ποιος θα μου έλυνε τα άλυτα αντρικά μυστήρια; (έτσι κι αλλιώς άλυτα παραμένουν αλλά τουλάχιστον κάποιος με άκουγε).  Μου έστελνε κάρτες με μισόλογα, τηλεγραφικά, σύντομα μηνύματα με ορνιθοσκαλίσματα γράμματα λέγοντας ότι δεν τα πάει καλά με το γραπτό λόγο και εγώ τον έβριζα για τις χαζομάρες που μου έγραφε. Κι εκείνος γελούσε. Γνωστοί και φίλοι  μάθαιναν από μένα τα νέα του. Μέχρι και πρόσωπα που δε γνώριζα καλά,  ρωτούσαν εμένα τι κάνει όταν τύχαινε να με συναντήσουν.  Ξεχνούσε πάντα τα γενέθλιά μου και όποτε κατάφερνε να τα θυμηθεί, ήταν σωστή η ημερομηνία αλλά λάθος ο μήνας … Άλλοτε το αντίστροφο…  «Φέτος σε θυμήθηκα!» έγραφε η κάρτα που έλαβα μια χρονιά μαζί με λουλούδια, με λάθος ημερομηνία…

note

Τα χρόνια πέρασαν…
Επέστρεψε γεμάτος εμπειρίες. Καμάρωνα πάντα και χαιρόμουν πάντα για ότι καλό έκανε στη ζωή του. Λίγο η ζωή, λίγο ή και πιο πολύ ο έρωτας που τον χτύπησε προφανώς για τα καλά, τον κράτησαν μακριά από τη Θεσσαλονίκη. Δύσκολο να το συνηθίσω. Κατά ένα περίεργο τρόπο, οι άνθρωποί μου, οι πιο αγαπημένοι μου, είναι μακριά. Σαν την Ε. Στην πορεία έκανε οικογένεια, το ίδιο κι εγώ… ονειρευόμουν μια ανοιχτή, ζεστή, οικογενειακή πλέον σχέση όλων μας που θα έφτανε στα βαθιά γεράματα και έτσι έμοιαζε πως ήταν. Βρισκόμασταν με την ίδια ζεστασιά και αγάπη απλά τώρα ήμασταν τέσσερις…

Είναι όμως, όπως φαίνεται, πραγματικά δύσκολο για μια γυναίκα να αποδεχτεί μια άλλη ως κολλητή του άντρα της. Και ειδικά αν έχουν άπειρες ιστορίες να διηγηθούν από τις οποίες εκείνη φυσιολογικά λείπει. Είναι δύσκολο να ακούει για πρόσωπα, μέρη και γεγονότα για τα οποία δεν έχει την παραμικρή ιδέα. Και ακόμη πιο δύσκολο να δεχτεί τα συναισθήματα και την έκδηλη οικειότητα. Αντίστοιχα δύσκολο, ίσως και πιο πολύ να είναι και για έναν άντρα να δεχτεί τον κολλητό της συντρόφου του χωρίς να τριγυρίζουν στο μυαλό του περίεργες απορίες …   Το κατανοώ. Μέχρι ένα σημείο. Το είχα στο μυαλό μου και προσπάθησα – νομίζω επιτυχώς – να βάλω τον εαυτό μου στη θέση που πλέον του αναλογούσε. Συγχρόνως τον έβαζα με τη σειρά στη θέση όλων για να κρατώ τις ισορροπίες. Νόμισα ότι τα είχαμε καταφέρει. Νόμισα ότι φυσικά και γίνεται. Ο κολλητός μου, η γυναίκα του, ο άντρας μου κι εγώ. Διαπίστωσα εντελώς ξαφνικά και μάλιστα μετά από χρόνια, απρόσμενα, αναπάντεχα και με απορία ότι όλα ήταν μια τρύπα στο νερό… σαν ένα μεγάλο κύμα που τα παρέσυρε όλα… δεν πρόλαβα καν να μαζέψω την πετσέτα μου από την άμμο, τόσο ξαφνικά.

Ομολογώ ότι δεν έτυχε ποτέ να βρεθώ στην απέναντι θέση…
Μπορεί κι εγώ, αν ένιωθα κάποια ενόχληση, να μην μπορούσα να την εκλογικεύσω, να μην το κατάφερνα … μπορεί κι εγώ κάποια στιγμή να ένιωθα ότι φτάνει, ως εδώ με τα κολλητιλίκια, μπορεί να μπούχτιζα με τις ιστορίες από το αδελφικό παρελθόν τους. Είναι και θέμα νοοτροπίας, πως έχει μεγαλώσει ο καθένας μας, τι έχει καταγραφεί μέσα του. Μπορεί και να αναρωτιόμουν τελικά  πόσο αδελφικό ήταν όλο αυτό – θα το έκανα σίγουρα δηλαδή, ποια δεν θα το έκανε, κακά τα ψέμματα …  μπορεί να έκανα κι εγώ κάποια στιγμή την έκρηξη και να τα έκανα όλα λίμπα … μπορεί όμως και όχι. Τι να πω.

Είχαν δίκιο δηλαδή όσοι μου έλεγαν ότι δεν μπορεί να υπάρχει φιλία ανάμεσα σε έναν άντρα και μία γυναίκα;
Συνεχίζω να μη το δέχομαι. Εγώ το έζησα.

Όχι ότι δεν μπορεί να γεννηθεί, να μεγαλώσει και να είναι δυνατή και αγνή μια τέτοια σχέση, αλλά κάποια στιγμή, κάποιος δεν θα μπορέσει να τη δεχτεί. Πιθανότατα. Για όποιους λόγους. Με αυτή την έννοια, ίσως και να μη μπορεί να υπάρξει.

Αυτό το «για πάντα» τελικά είναι «μέχρι να«;;; Δεν μου αρέσει…

Ξαφνικά – έμοιαζε με «ξαφνικά» – και σαν σεισμός, σαν έκρηξη, έγιναν πολλά και στην ουσία τίποτα. Και πάει. Σχεδόν χαθήκαμε. Ουσιαστικά όμως χαθήκαμε τελείως. Τι να τα κάνω τα τυπικά «χρόνια πολλά» και το «Καλό Πάσχα»; Τι να τις κάνω τις υποσχέσεις … Εμείς οι δύο χαθήκαμε. Αυτό το μεταξύ μας. Πάει. Κενό. Και ακόμη δεν ξέρω γιατί.

Και τώρα; εγώ τι κάνω; αυτός τι κάνει; εδώ και τόσο καιρό … πού είναι ο μεγάλος μου αδελφός; πού είσαι; σε χρειάζομαι. Μου λείπεις! Ποιος θα με ακούσει όπως εσύ; πόσα θα σου είχα πει, καλά, άσχημα, αστεία … πόσες φορές νοστάλγησα εκείνες τις φορές τις αμέτρητες που ήξερα ότι μπορούσα να πω τα πάντα, που έλεγα τα πάντα, που ήξερα ότι θα άκουγες τα πάντα … κι ας με κατσάδιαζες μετά. Πόση κατσάδα!!! Μα είχα που να αδειάσω το μυαλό μου. Είχα το φίλο μου με ένα τρόπο διαφορετικό. Όχι ότι είμαι μόνη, αντιθέτως έχω την ευλογία να έχω φίλες, πραγματικές φίλες καρδιάς. ( http://mikroimegaloi.gr/blog/stis-files-mou ) Μα αυτό είναι κάτι άλλο.
Ούτε για την αντρική γνώμη και  κρίση τον ήθελα. Ούτε για να κρεμαστώ επάνω του. Μα για αυτή την ιδιαίτερη φιλία που λίγοι έχουν την τύχη να ζήσουν.

Για σένα τα λέω, τον κολλητό μου. Ξέρω ότι με νοιάζεσαι. Σε θέλω πίσω. Όπως πριν. Δε με νοιάζει τι έγινε. Μπορεί να ξέρω, μπορεί να κάνω και λάθος. Δε θέλω να μάθω. Από εκεί που μείναμε. Όχι «σαν», όχι «περίπου». Αλλά «όπως«. Όπως πριν.
Σε θέλω πίσω ρε.

Όλγα

(ΥΓ: γίναμε «ρόμπες» στο διαδίκτυο, τι κατάλαβες;)