Στη νονά μου … 10 χρόνια κενό

Αυτό το ότι «εκείνοι που έφυγαν για πάντα δεν φεύγουν στην ουσία ποτέ εκτός και αν τους ξεχάσεις και σταματήσεις να μιλάς γι’ αυτούς«, πιο πολύ προκλητικό και ειρωνικό μου ακούγεται παρά παρηγορητικό. Έφυγαν,  έφυγαν για πάντα και όσο και να μιλάς γι’ αυτούς τίποτα δεν τους γυρίζει πίσω.

Αυτές τις μέρες γίνονται 10 χρόνια που έχασα τη νονά μου. Έφυγε για πάντα. Συνεχίζει να πονάει όμως πολύ. Και όσο και αν τη σκέφτομαι ή μιλάω για αυτή, τίποτα δεν αλλάζει. Έφυγε. Τελικά, πράγματι μαθαίνεις να ζεις με τις απώλειες και τον πόνο τους, αν περιμένεις να περάσουν δια παντός, απατάσαι.

Είμαι σίγουρη ότι η ζωή μου θα ήταν σε πολλά διαφορετική αν την είχα ακόμη. Δεν ήταν η ώρα της φυσικά να φύγει, ήταν ακόμη πολύ νέα. Μπριόζα, αλλέγκρος τύπος, δυναμική και εκρηκτική παρουσία η νονά μου, η ψυχή της παρέας. Με ένα τρόπο που δεν επεδίωκε, γινόταν ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε σειρά ανθρώπων που σε άλλη περίπτωση δεν θα είχαν σχέσεις μεταξύ τους. Σκόρπισαν όλοι με το θάνατό της επαληθεύοντας ακριβώς αυτή την ικανότητά της.  Παθιασμένη με τους φίλους της, ήταν από τους λίγους ανθρώπους που ανέβαζαν τόσο ψηλά και εκθείαζαν τα όποια κατορθώματα και επιτυχίες όσων αγαπούσε. Γιατί αγαπούσε βαθιά η νονά μου και αληθινά. Έτρεχε για όλους, νοιαζόταν για όλους, φρόντιζε για όλους. Δικά της παιδιά δεν είχε καθώς παντρεύτηκε αρκετά αργά, η πανεπιστημιακή της καριέρα και το εκρηκτικό της ταμπεραμέντο έκαναν προφανώς δύσκολη την επιλογή συντρόφου και την άφησαν σε δεύτερη μοίρα.  Παιδιά της όμως ήμασταν εμείς, τα παιδιά των φίλων.

Παιδιά της κατά ένα τρόπο ήταν και οι φοιτητές της που τη ξεχώριζαν. Αυτή είναι η νονά σου; μου είπε κάποτε φίλος, σήμερα γιατρός, τότε φοιτητής της. Μα, μπαίνει μέσα και τρίζει το αμφιθέατρο! Ντυνόταν αυστηρά αλλά μοντέρνα και ο αέρας γύρω της σε τραβούσε κοντά της. Για τα παιδιά των φίλων της ήταν η «Κική». Ήταν φίλη με όλους και συγχρόνως κανείς δεν περνούσε τα όρια μαζί της. Είχε κύρος και αίγλη. Ήταν τόσο απλόχερο το δόσιμό της που φαίνεται ότι ακόμη και υποσυνείδητα έκανε όλους να το εκτιμούν βαθιά και να τη σέβονται. Ταυτόχρονα και κόντρα σε όλο αυτό,  είχαν το θάρρος να πουν μαζί της τα πιο «πονηρά» ανέκδοτα.

Κι εγώ μπορούσα να της πω τα πάντα. Άλλωστε ήταν δική μου. Και της τα έλεγα. Τα πιο προσωπικά, τα πιο περίεργα, τα πιο κρυφά όνειρα, τις πιο μεγάλες βλακείες, τις ανησυχίες, τα χειρότερα, τα πιο βαριά λάθη μου, τα πιο σημαντικά μου βήματα, τα μυστικά μου.

Αρρώστησε – έμαθε μάλλον ότι ήταν άρρωστη – δυο μέρες πριν το γάμο μου. Την ημέρα που στρώναμε το κρεβάτι, κατά το καθιερωμένο. Ξέρετε, τα γνωστά «σήμερα γάμος γίνεται«, κοριτσομάνι, μαμάδες και τέτοια … πιο πολύ για πλάκα το κάναμε και για να μαζευτούμε οι φίλες. Τότε δεν έμαθα τίποτα. Μια αδιαθεσία, ή κάτι τέτοιο, μου είπαν και το πίστεψα. Είχε ορκίσει τη μαμά μου να μη μάθω τίποτα μέχρι να γυρίσω από το γαμήλιο ταξίδι …

… που έκρυψε η μαμά μου εκείνη τη μέρα την κεραμίδα που της είχε έρθει στο κεφάλι; Πώς άντεξε και το άφησε στην άκρη του μυαλού της; μαζί μεγάλωσαν, από την πρώτη δημοτικού, κοριτσάκια με τους φιόγκους, χέρι χέρι στην κυριολεξία, κολλητές όλη τους τη ζωή. Όταν η μαμά μου γνώρισε τον μπαμπά μου, η σχέση τους δυνάμωσε. Δέθηκαν οι τρεις τους. Θυμάμαι με πόση ικανοποίηση τους άκουγα μικρή, από το κρεβάτι μου, λίγο πριν με πάρει ο ύπνος να μιλούν και να γελούν ως αργά στο σπίτι μας. Γιατί ήταν άνθρωπος «του σπιτιού μας». Ο αδελφός μου τη φώναζε με το όνομά της κι εγώ τη λάτρευα.

Στη ζωή μου έγινα τρεις φορές νονά. Την πρώτη φορά δεν είχα ακόμη τελειώσει το σχολείο και έτσι η μικρή διαφορά ηλικίας με την Β μου, την έκανε για μένα κάτι σαν κολλητή, κάτι σαν κόρη. Είναι στην καρδιά μου και είναι κομμάτι μου. Τα άλλα δυο, τα μικρά μου τα αγόρια, παιδιά της αγαπημένης μου Ε, τα έχω μακριά. Η σχέση της νονάς με τα βαφτιστήρια της είναι ιερή. Έτσι έμαθα εγώ. Μόνο έτσι αξίζει. Νονός δεν είναι αυτός που αναλαμβάνει τα έξοδα της βάφτισης και στέλνει δώρα στις γιορτές, είναι αυτός που αποτελεί κομμάτι της ζωής των παιδιών που βάφτισε. Η χιλιομετρική απόσταση ωστόσο εμένα δε με βοηθάει με τα αγόρια μου…

με τη νονά μου, περίπου 20 χρονάκια πριν ...

με τη νονά μου, περίπου 20 χρονάκια πριν …

Για τη νονά μου ήμουν πάντα «το παιδί». Και την ήθελα σε αποκλειστικότητα. Με βάφτισε, φοιτήτρια ακόμη. Κι όταν αργότερα έκανε το αγροτικό της στην Κρήτη, βάφτισε ακόμη ένα κοριτσάκι. «Είσαι δική μου και να μην ακούω αηδίες για άλλα βαφτιστήρια!» της έλεγα, λίγο αστεία, λίγο σοβαρά, κι ας ήμουν πια ολόκληρη γυναίκα. «Ναι, παιδί μου, δική σου μωρό μου», έλεγε εκείνη γελώντας με ικανοποίηση…

«Να μη μάθει τίποτα το παιδί». Έτσι της είπε της μαμάς μου. «Το παιδί» που είχε πατήσει τα 30 … Και την ημέρα του γάμου μου, κατάπιε τους πόνους της και ξέχασε τη φρίκη που μόλις είχε ανακαλύψει και ήρθε να με  ντύσει νύφη. Μου φόρεσε τα γάντια … πού να ‘ξερα τότε … καλύτερα που δεν ήξερα όμως. Δεν θα το άντεχα. Εκείνη όμως άντεξε. Κομψή όπως πάντα, όλοι γυρνούσαν και την κοιτούσαν, πάντα. Τα φυσικά ξανθά μαλλιά της καλοχτενισμένα όπως πάντα και η αγκαλιά της ανοιχτή. Όπως πάντα. Κι εκείνη γελαστή αλλά και συγκινημένη, με το καυστικό, απίθανο χιούμορ της, και τον μοναδικό αυτοσαρκασμό που έφερνε τους άλλους μέχρι και σε αμηχανία!

την ημέρα του γάμου μου, η νονά και η αγαπημένη μου Ε.

την ημέρα του γάμου μου, η νονά και η αγαπημένη μου Ε.

Όταν έμαθα τη σοβαρότητα της κατάστασης, όταν γυρίσαμε από το ταξίδι, ένιωσα τα γόνατά μου να μουδιάζουν και το λαιμό μου να στεγνώνει. «Η νονά είναι άσχημα … δεν ήθελε να το μάθεις». Η νονά; μα γιατρός είναι, έλεγα. Είναι δυνατόν; και τι σημαίνει «είναι άσχημα»;

Αυτό που δεν ήθελα να πιστέψω σήμαινε. Και φάνηκε γρήγορα.
Αντί να την παρηγορούν – όχι ότι θα το επέτρεπε ποτέ – παρηγορούσε εκείνη τους γύρω της. Τρομερό, αλλά αυτή ήταν η νονά μου. «Έλα, δε μασάω, θα το παλέψω» έλεγε, αφήνοντας αμήχανους τους απέναντί της που δεν έβρισκαν τι θα έπρεπε να πουν. Με σοκαριστικό black humor και ωμό σαρκασμό που σε έκανε να μη ξέρεις τι να κάνεις, να κλάψεις, να γελάσεις, να τσιρίξεις.

Έκανε όσα όριζαν τα πρωτόκολλα θεραπειών ότι έπρεπε να κάνει και δεν επέτρεψε σε κανέναν να της φερθεί σαν να ήταν καημένη. Συνέχιζε να είναι η ίδια. Την πήρε όμως από κάτω γρήγορα…
Όταν άλλαξε η εμφάνισή της, όταν ακόμη και ένα απλό ρεύμα αέρα ήταν επικίνδυνο για την εύθραυστη πια κατάστασή της, αποσύρθηκε. Σταμάτησε να πηγαίνει στο Πανεπιστήμιο και στο σπίτι μου δεν ήρθε ποτέ παρά τις προτροπές μου. Ήταν προληπτική και παρά τον μοντέρνο αέρα και τη σύγχρονη γλώσσα που μιλούσε, κρατούσε γερά παραδόσεις και πίστευε σε δοξασίες. Ήταν ανεπίτρεπτο για εκείνη να έρθει στο σπίτι της νιόπαντρης βαφτισιμιάς της κουβαλώντας μαζί με τα γλυκά και τα λουλούδια το μαύρο σύννεφο που στεκόταν πάνω από το κεφάλι της.
Το σεβάστηκα αλλά με πόνεσε. Όχι το ότι δεν ήρθε, όσο το ότι αυτή της η κίνηση επιβεβαίωνε αυτό που δεν θέλαμε να πιστέψουμε. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο χανόταν σιγά σιγά και όσο και αν δεν το επεδίωκε γινόταν για άλλη μια φορά το επίκεντρο αυτής της μεγάλης, ευρύτερης παρέας που γύριζε γύρω της.

Η συνέχεια είχε νοσοκομεία, θεραπείες, μέσα, έξω, λίγο καλύτερα, λίγο χειρότερα και πάλι από την αρχή. Ακόμη και τότε σκεφτόταν την εικόνα της και τον αντίκτυπο που θα είχε στους άλλους, «σκέπασε τα σωληνάκια», έλεγε στη μαμά μου, «έρχεται ο Β και ξέρω, δεν τα μπορεί αυτά».
Εγώ την έβλεπα όλο και πιο αραιά. Ένιωθα αμήχανα κι εκείνη πάλι σκεφτόταν «το παιδί». Τελευταία φορά την είδα στο νοσοκομείο… της μιλούσα για την πρόσφατη εκδρομή που είχαμε κάνει με φίλους, με ρωτούσε πως περνάμε οι νιόπαντροι, κι εγώ ένιωθα ότι έλεγα βλακείες. Δεν ήθελα να της πω πώς πέρασα, ήθελα να της φωνάξω ότι δεν θέλω να τη χάσω, ότι την αγαπούσα πολύ, ότι ήταν πολύ άδικο όλο αυτό … αλλά δεν τα είπα. Πνιγόμουν. Φεύγοντας, μου κράτησε το χέρι και μου ζήτησε γλυκά να μην ξαναπάω. Έτσι, ωμά. Δεν μου άφηνε περιθώρια να διαφωνήσω, ούτε να διαμαρτυρηθώ. Ακόμη και σε εκείνες τις δύσκολες μέρες, νοιαζόταν για τους άλλους, τέτοια ήταν πάντα. Κι αν νοιαζόταν λίγο παραπάνω για τον εαυτό της, μπορεί να την είχα ακόμη. Μπορεί να είχε προλάβει. Μπορεί. Έκανα καιρό να το αφήσω αυτό στην άκρη, ένιωθα σχεδόν θυμό.
Μετά από εκείνη την τελευταία επίσκεψη, φυσικά και ξαναπήγα αλλά δεν με άφησαν να τη δω. Ίσως καλύτερα. Λίγες μέρες μετά, το τηλέφωνο χτύπησε. Δεν το σήκωσα εγώ, αλλά από τη σιωπή που ακολούθησε κατάλαβα… αυτό ήταν.

Πλάνταξα. Γονάτισα. Εκείνη η μέρα είχε επισημότητα δεξίωσης από εκείνες που η ίδια λάτρευε, τόσο βαριά όμως και ασήκωτη χωρίς εκείνη αλλά για εκείνη…  Κόσμος πολύς, πανεπιστημιακοί, συνάδελφοι, συγγενείς, φίλοι, κουμπάροι … κι εγώ …
Δεν ήθελα κανείς να με παρηγορεί γιατί ήμουν απαρηγόρητη. Οι άγνωστοι, κυρίως, που με πλησίαζαν λέγοντάς μου τάχα κάτι συμπονετικό, μόνο θυμό μου προκαλούσαν. Εκείνα τα «αχ, κοριτσάκι μου» μου γύριζαν τα μυαλά. Μόνο μια κυρία, άγνωστη κι εκείνη και όμως τόσο διακριτική, με ακούμπησε απαλά στον ώμο και μου έδωσε ένα χαρτομάντιλο. Αυτή ήταν η πιο συμπονετική κίνηση που εκτίμησα. Δεν ήθελα κανέναν.

Μέσα στη φόρτιση και τη μεγάλη θλίψη των πραγματικά δικών της ανθρώπων που όλων οι ώμοι τραντάζονταν από το βουβό κλάμα, η στεγνή, ψυχρή και άστοχη γλώσσα των επικήδειων μου ακουγόταν μέχρι και μακάβρια αστεία … και παρά το ψυχικό και σωματικό μου σμπαράλιασμα, η αίσθηση της ειρωνείας που μου κληροδότησε τελικά εκείνη στη βάφτισή μου με έκανε να θέλω να γελάσω σχεδόν υστερικά στο  «σε μένα έλαχε ο κλήρος αγαπητή συνάδελφε … και μπλα, μπλα, μπλα «. Μα κι εκείνη, αν ήταν εκεί, το ίδιο θα έκανε και κλείνοντάς μου το μάτι θα έλεγε «τη δουλειά του κάνει ρε μωρό μου, άστον να τα πει, να τελειώνει!».
Λίγο η κατάστασή μου, λίγο το στρες, μου ήρθε κόμπος από γέλια … Μα τι λες εκεί! Η νονά μου είναι! μου είχε έρθει να φωνάξω…

Δεν πιστεύω στα μνήματα, στα ονόματα γραμμένα στις πλάκες και τους τάφους. Πιστεύω στο Θεό αλλά δεν είναι κάτω από ένα κομμάτι μάρμαρο οι άνθρωποι που έφυγαν. Το βρίσκω μέχρι και υποτιμητικό. Μια επιγραφή, λουλούδια, καντήλια, ένα όνομα και μια φωτογραφία, όχι δεν είναι αυτή η νονά μου. Πήγαινα όμως, γιατί ήξερα πως έτσι το ήθελε εκείνη, όσο κι αν δεν ταίριαζε στον χαρακτήρα και την κοσμοθεωρία της. Υπέφερα όμως ακόμη πιο πολύ.

Ορφάνεψα. Μέχρι που αρρώστησε, κάθε Μ.Πέμπτη έπαιρνα τη λαμπάδα μου. Όταν μπήκε στη ζωή μου και ο Χάρης, οι λαμπάδες έγιναν δύο. Και μετά … καμία. Μπορεί να ακούγεται χαζό, παιδιάστικο ή υπερβολικό αλλά το Πάσχα μου λείπει ακόμη πιο πολύ. Εγώ δεν έχω νονά … έτσι νιώθω, μόνη και καημένη.
Το βάρος μου σήκωσε ο αγαπημένος μου κουμπάρος, ο νονός του παιδιού μας. Βαθιά συναισθηματικός κι εκείνος, μαζί με το νεοφώτιστο βαφτισιμιό του, υιοθέτησε στην κυριολεξία κι εμάς. Και πιστέψτε με, περιμένω τη λαμπάδα μου και νιώθω το κενό κάπως να γεμίζει.

Πολλά στοιχεία του χαρακτήρα της τα έχω κι εγώ. Ίσως γιατί τα έχει και η μαμά μου. Πολλές φορές κι εκείνη μου λέει «τη νονά σου μου θυμίζεις». Άλλα τόσα συνειδητοποιώ ότι έχουν οι φίλες μου. Μου τη θυμίζουν, και πιο πολύ η Κ. που σαν δώρο κυριολεκτικά γνώρισα μέσα από το fb, και αυτό με κάνει να την αγαπώ ακόμη πιο πολύ.

Τη νονά μου τη σκέφτομαι τόσο συχνά. Σε ότι καινούργιο στη ζωή μου, σε όποια αλλαγή, σε όποιο πρόβλημα, σε όποια χαρά. Ξυπνάω τα βράδια με δάκρυα. Ακόμη. Βλέπω όνειρα που της ζητάω να μη φύγει κι εκείνη μου λέει ότι πρέπει. Ακόμη. Και με τρώει αυτή η αγωνία που τρώει όσους έχασαν αγαπημένα πρόσωπα … άραγε ήξερε τι ήταν για μένα; πόσο την αγαπούσα το ήξερε; πόσο τη θαύμαζα της το είχα πει; ήσουν φοβερός τύπος ρε νονά! Περπατούσες κι έτριζαν τα πεζοδρόμια. Μιλούσες και κρέμονταν όλοι από τα χείλη σου. Εμφανιζόσουν και έτρεχαν όλοι να σου σφίξουν το χέρι.

Μεθαύριο θα ανάψω και πάλι ένα κεράκι, αν και πιο πολύ το κάνω γιατί πρέπει. Όλο αυτό εδώ νομίζω ότι είναι το πιο ουσιαστικό μνημόσυνο που θα μπορούσα να κάνω για εκείνη. Και όχι επειδή πρέπει. Δεν τη φέρνει πίσω φυσικά, νιώθω όμως περήφανη και ξεχωριστή που είμαι η βαφτισιμιά της και φεύγει έστω πρόσκαιρα κι ένα βάρος από το στήθος μου. Κι αν άκουγε ή διάβαζε αυτά που γράφω για εκείνη θα καμάρωνε όχι για τα καλά ίσως λόγια που έχω να πω αλλά γιατί έτσι ήταν η νονά μου. Καμάρωνε με το παραπάνω για ότι έκαναν οι αγαπημένοι της. Σαν να τη βλέπω μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή στο γραφείο της να μονολογεί … «δες τι γράφει πάλι το Ολγάκι μου …»
Α ρε νονάκα …

Υ.Γ.
Η Κική (Κυριακή) Δελίδου ήταν γιατρός, Αναπληρώτρια καθηγήτρια του ΑΠΘ, στην έδρα της Υγιεινής, γραμματέας και αργότερα αντιπρόεδρος της Εταιρείας Μελέτης και Αντιμετώπισης του Aids. Αρρώστησε λίγο πριν την κρίση της για τακτική καθηγήτρια και παραιτήθηκε λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής της από την όλη διαδικασία…
Αυτό ήταν το αγαπημένο της τραγούδι :

Advertisements

23 thoughts on “Στη νονά μου … 10 χρόνια κενό

  1. Καλημέρα μικρή! Υπέροχο κείμενο! Πόσο περήφανη θα ένιωθε για εσένα.Την κούκλα της.Το παιδί…που δεν έπρεπε να μάθει τίποτε…Με συγκίνησες.Είσαι τυχερή για αυτή την αγάπη.Για αυτό τον σπάνιο άνθρωπο που ήταν πνευματικός σου γονιός.Τυχερή…όλα τα άλλα…πόσο συμφωνώ μαζί σου ξανά.»Αν δεν τους ξεχάσεις δεν πεθαίνουν…κλπ…»Ούτε τα παιδιά τα τρώνε αυτά.Η απώλεια είναι απώλεια! Το τραγούδι μου κάνει καλό.Το ακούω καθώς γράφω αυτό το μήνυμα.Αυτό και μια ζεστή καλημέρα.Καλημέρα λοιπόν κορίτσι της…είναι τυχερή που σε είχε, εσένα που δεν θα την ξεχάσεις ποτέ…ότι κι αν σημαίνει αυτό!

    Μου αρέσει!

    • Σε ευχαριστώ βρε Κατερίνα … κλαίω πολύ τώρα αλλά μου κάνει καλό. Κλαίω γιατί είμαι πολύ φορτισμένη αυτές τις μέρες και γιατί με συγκινούν τα λόγια και η αγάπη σου.
      Φιλιά σε όλους – και να το κάνουμε κάποια στιγμή εκείνο το πικ-νικ! 🙂

      Μου αρέσει!

  2. πρώτα διάβασα την ανάρτηση της Κατερίνας και μετά την δική σου…. δεν έχω λόγια… μνήμες από τον δικό μου μπαμπά που συμπλήρωσε 20 χρόνια απώλειας στην ζωή μου… ήμουν μόλις 20 χρόνων…. τη μισή μου ζωή ζω χωρίς αυτόν…. και όσο μεγαλώνω μου λείπει ακόμα πιο πολύ… δεν είναι εδώ να δει τα εγγόνια του (η κόρη μου 9 χρονών είναι απαρηγόρητη που δεν έχει γνωρίσει παπούδες και έχει μόνο τις γιαγιάδες της)… κλαίω, σας νοιώθω τόσο μα τόσο πολύ!!! και η νονά μα και το τιγρο-γατόνι ήταν τόσο ξεχωριστοί…. σας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου για τις σημερινές αναρτήσεις σας κορίτσια….

    Μου αρέσει!

  3. Δεν την έλεγα «Κική»… «Κικίτσα» την έλεγα πάντα, μεταξύ σοβαρού κι αστείου. Κι εκείνη πάντα γελούσε και συνέχιζε την πλάκα, ακόμα και την τελευταία φορά που την είδα.

    Δεν ήταν δική μου νονά, ήταν όμως και δικό μου φιλαράκι, κολλητή, μια δεύτερη μεγάλη αδελφή. Δεν σταμάτησα ποτέ να πονάω, να την σκέφτομαι, να μου λείπει, κι ας μην το αναφέρω σχεδόν ποτέ.

    «Φιλάκια, Κικίτσααα !».

    Μου αρέσει!

      • Μεχρι και γω τον ειχα ακουσει να αναφερεται σε εκεινη ως Κικιτσα και μου εκανε εντυπωση το σκετο Κικη. Ολγα πολυ συγκινηθηκα γιατι και μενα μου λειπει ο μπαμπας μου εδω και ενα χρονο τωρα παρολο που ειχαμε αρκετες προστριβες και δεν μας ελεγες και τους απολυτα κολητους και οσο και αν κανω τη δυνατη και προσπαθω να μη το δειχνω υπαρχουν στιγμες, οπως η τωρινη που σπαω και γινομαι χαλια γιατι ακριβως ειναι το κατι που λειπει και τιποτα δεν αναπληρωνει το κενο

        Μου αρέσει!

      • Λυπάμαι που έμαθα για τον μπαμπά σου Νατάσσα … μαθαίνουμε να ζούμε με τις απώλειες, δε γίνεται δυστυχώς διαφορετικά … πρέπει να προχωράμε μπροστά.

        Μου αρέσει!

  4. Υπέροχος άνθρωπος η νονά σου. Μια μεγαλη προσωπικότητα με μια ακόμα μεγαλυτερη καρδιά! Μας μίλησες τόσο όμορφα γι’αυτήν και απο τα λιγα που έχω ακούσει για σένα, είμαι σίγουρη πως το λάδι που σου έβαλε, έκανε δουλειά:)
    Να τη θυμάσαι πάντα με αγάπη και χαμόγελο. Αυτό θα ήθελε.

    Μου αρέσει!

  5. Το καλύτερο μνημόσυνο πραγματικά! Μου θύμισες τα δικά μου στην κηδεία του πατέρα μου…
    Φέτος 18 Ιανουαρίου συμπληρώθηκαν ακριβώς 23 χρόνια χωρίς αυτόν. Έζησα άλλα τόσα χωρίς αυτόν … και πονάει πολύ…Που ξέρεις ίσως καταφέρω να του κάνω κάποια στιγμή ένα τέτοιο καταπληκτικό μνημόσυνο…

    Μου αρέσει!

    • τελικά φαίνεται ότι είναι πέρα για πέρα αληθινό το ότι μαθαίνουμε να ζούμε με τις απώλειες και τον πόνο που μπορεί να μην είναι της ίδιας έντασης όσο περνά ο καιρός, υπάρχει όμως και κάποιες φορές φουντώνει … σε φιλώ

      Μου αρέσει!

  6. Ε τι να σε πω τώρα? Άνοιξε η καρδιά μου, πρωί πρωί! Κι έχω να μαγειρέψω και δεν πρόλαβα και πως θα προσποιηθώ πως είναι από τα κρεμμύδια τα μάτια μου κόκκινα.
    Να είσαι γερή να τη θυμάσαι.
    Κι εγώ την αγαπούσα πολύ τη νονά μου. Κι ας ήταν μακρυά και μεγάλη μπορούσε με 3 λέξεις να αναπληρώσει την απόσταση στην παιδική και εφηβική ψυχή μου.

    Μου αρέσει!

  7. Μακάρι να ήταν όλοι οι νονοί έτσι και για να πω την αλήθεια βάζω κι εμένα μέσα σε αυτούς. Κι εγώ δεν είμαι αυτή η νονά που θα ήθελα να είμαι. Ίσως όμως όλα έχουν να κάνουν και με την σχέση με την οικογένεια του παιδιού. Πρέπει κι εκείνοι να επιτρέψουν να χτίσεις την σχέση σου με το παιδί. Κι αν αυτό δεν γίνει σε μικρή ηλικία το χάνεις το παιχνίδι.
    Πολύ όμορφο κείμενο. Θα ήταν περήφανη για σένα!
    kathy by anthomei

    Μου αρέσει!

    • έχεις απόλυτο δίκιο … η σχέση χτίζεται και από τις δύο πλευρές, η κάθε σχέση! Αν δεν την υποστηρίξουν οι γονείς, ο νονός από μόνος του δεν μπορεί να κάνει και πολλά …
      ο Βασίλης από μικρός θεωρούσε μέλος της οικογένειας τον νονό του γιατί έτσι τον θεωρούμε κι εμείς, κι όταν άρχισε να γράφει λεξούλες πριν ακόμη πάει σχολείο, έγραφε μαμά, μπαμπάς, νονός, παππούς, γιαγιά …
      σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια 🙂

      Μου αρέσει!

  8. Όλγα συγχαρητήρια! Δύσκολα θα μπορούσε ένα άλλο κείμενο να περιγράψει καλύτερα τη… δεύτερη μαμά μου…. και τον πόνο της απώλειας της από τη ζωή μας. Τελείωσα την ανάγνωση με δάκρυα στα μάτια και ένα μεγάλο χαμόγελο… έτσι ήταν η Κική μου!.. γιατί όπως είπες τα παιδιά των φίλων της ήταν παιδιά της…. Μπράβο!

    Μου αρέσει!

    • Χριστίνα μου, με ξάφνιασε το μήνυμά σου όταν κατάλαβα ποιος το έγραφε. Και με συγκίνησε και πάλι πολύ … όλες αυτές τις μέρες τη σκέφτομαι ακόμη πιο πολύ.
      Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, ελπίζω να είστε όλοι καλά και … καλώς ήρθες στο blog μου!

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s